Τί θυσίασε.
«Γέροντα Επιφάνιε», του είπε κάποτε ένα πνευματικοπαίδι του, «άκουσα κάπου να σας κατηγορούν ότι, δεν έχετε θυσιάσει τίποτε γιά τον Χριστό».
«Παιδί μου, τί να θυσιάσω;
Εγώ τα έχω θυσιάσει όλα, πριν καν τα πάρω!
Τί θυσίασε.
«Γέροντα Επιφάνιε», του είπε κάποτε ένα πνευματικοπαίδι του, «άκουσα κάπου να σας κατηγορούν ότι, δεν έχετε θυσιάσει τίποτε γιά τον Χριστό».
«Παιδί μου, τί να θυσιάσω;
Εγώ τα έχω θυσιάσει όλα, πριν καν τα πάρω!
«...Την απέραντη αγάπη του π.Επιφανίου, την ένοιωθαν όλοι, ιδιαίτερα όμως αυτοί που είχαν πέσει σε βαρειές αμαρτίες!
Μου έλεγε, ένας αδελφός ότι, την πρώτη φορά που πήγε κοντά Του και εξομολογήθηκε κάποιες βαρειές αμαρτίες, που είχε διαπράξει, περίμενε πώς το αυστηρό και αετίσιο βλέμμα του Γέροντα, θα έπεφτε πάνω του και θα τον συνέθλιβε. Αντ’ αυτού ο Γέροντας τον κοίταξε με αγάπη, συμπόνοια και συγγνώμη, και αφού τον έβαλε να γονατίση, τού διάβασε τη συγχωρητική ευχή. Μετά τον σήκωσε, τον φίλησε στο μέτωπο και αφού τον έβαλε να κοιτάξη τον Εσταυρωμένο, που είχε στο εξομολογητήριο, τού είπε στοργικά:
Κάποτε, ένα πνευματικό παιδί του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, Τόν ερώτησε:
«Γέροντα, πώς συμβαίνει να έχουμε τόσες ανέσεις και πάλι να μη νοιώθουμε ικανοποιημένοι;».
Και ο γ. Επιφάνιος απήντησε:
«Οι αρχαίοι Φιλόσοφοι, έλεγαν κάτι εύστοχο:
“Εἰ βούλει πλούσιόν τινα ποιῆσαι, μὴ χρημάτων προστίθει, αλλ' ἐπιθυμίας ἀφαίρει”!
Ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος μετά την κοίμησι του φίλου του, Μητροπολίτου Εδέσσης Καλλινίκου, δημοσίευσε το παρακάτω άρθρο, εις την Εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», (αρ. 624/19/10/1984):
<<ΚΟΣΜΗΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
... Τη 7η π. Αυγούστου μία Οσιακή μορφή της Ελλαδικής Εκκλησίας, ο Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Καλλίνικος, απεξεδύετο το αραχνώδες χοΐκόν του περίβλημα, το επί μήνας καταταλαιπωρηθέν υπό βαρείας και ανιάτου νόσου, και ανήρχετο εις τα Ουράνια Σκηνώματα της Δόξης του Κυρίου.
Διά της εκδημίας Του η Εκκλησία μας κατέστη πτωχοτέρα...
Ο Εδέσσης Καλλίνικος υπήρξεν υπόδειγμα ταπεινού φρονήματος, πραότητος, ευγένειας, σεμνότητος, ανεξικακίας, εργατικότητος, ηθικής ακεραιότητος, αφιλοχρηματίας. Πλήρης φόβου Θεού, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης, εδόξασε, δι’ όλης Αυτού της ζωής, το όνομα Του Θεού και ετίμησεν, όσον ολίγοι, την Ορθόδοξον Εκκλησίαν.
... Οσιακή η βιοτή Του, οσιακά και τα τέλη Του.
«Το παρελθόν έφυγε ανεπιστρεπτί.
Οι σημερινές γενιές είναι αδύνατον να αποκτήσουν τις εμπειρίες που είχαν οι άνθρωποι σε παλαιότερες εποχές, ζώντας πιό κοντά στη φύσι και παρακολουθώντας τις σκηνές που διεδραματίζοντο μέσα εις αυτήν.
Δε θα ξεχάσω, μία ποιμενική σκηνή που μου έχει εντυπωθή από τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό:
Όταν γεννούσαν οι προβατίνες, τις πρώτες ημέρες, οι βοσκοί δεν έπαιρναν τα νεογέννητα προβατάκια μαζύ με τις μάνες τους εις τη βοσκή, διότι δεν είχαν δυνάμεις να περπατήσουν όσο χρειαζόταν, οπότε, όλο το κοπάδι θα έμενε πίσω και δε θα τρεφόταν καλά εξ αιτίας των μικρών. Έτσι τα αρνάκια έμεναν όλη την ημέρα στο μαντρί, μακριά από τις μάνες τους, νηστικά…
Όταν έγερνε ο ήλιος, επέστρεφε το κοπάδι στο μαντρί.
<<Ο μακαρίτης ο πατέρας του πατρός Επιφανίου, ο κύρ-Γιάννης, όταν πήρε το εφάπαξ του, θέλησε να αγοράση ένα μικρό αυτοκίνητο, γιά να πηγαινοέρχεται στο χωριό.
Ο π. Επιφάνιος δεν συμφωνούσε μ’ αυτό, διότι τότε το αυτοκίνητο ήταν ακόμη είδος πολυτελείας και το διέθεταν μόνο οι πλούσιοι. Στις επίμονες αρνήσεις τού Γέροντα, ο κύρ-Γιάννης έβρισκε συνεχώς νέα επιχειρήματα γιά την ανάγκη αποκτήσεως αυτοκινήτου, τα οποία βέβαια ο π.Επιφάνιος κατέρριπτε.
<<Όταν, ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος, δεν είχε προλάβει να ράψη άμφια. Του μάζεψαν λοιπόν, διάφορα επί μέρους άμφια από τον Ναό και έτσι σχηματίσθηκε μιά ιερατική στολή, όπως μας έλεγε ο Ίδιος, «δειγματολόγιο»…
Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, τον επλησίασε ο ψάλτης του Ναού και του είπε:
«Πάτερ μου, σήμερα με καταπλήξατε και με διδάξατε!».
<<Κάποτε ένας κοσμικός νέος θέλησε να πειράξη τον π.Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο.
Του είπε, λοιπόν:
«Πάτερ Επιφάνιε, εσείς οι άγαμοι Κληρικοί δεν προσφέρετε τίποτε στον κόσμο…
Δεν κάνετε οικογένεια, δεν κάνετε παιδιά...
Άρα είσθε άκαρπα δένδρα και γι’ αυτό, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, πρέπει να σας κόψουν και να σας ρίξουν στη φωτιά…».
Και ο Γέροντας του αποκρίθηκε:
<<Μιά μέρα, ο αγροφύλακας του χωριού κτύπησε την πόρτα του σπιτιού της οικογενείας των Θεοδωροπουλαίων και τους ανήγγειλε ότι, έπιασε τον τάδε στα "πράσα". Είχε μπει στο αμπέλι τους και έκλεβε σταφύλια.
«Να του κάνω μήνυσι;», ερώτησε.
«Και βέβαια να του κάνης», συγκατένευσε κάποιος.
Τότε παρεμβαίνει ο δωδεκαετής Ετεοκλής (μακαριστός π.Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος):
«Τί είπατε;
Να του κάνη μήνυσι;
<<Μία φορά ερώτησα, τον π.Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο:
«Γιατί και στον χώρο της Εκκλησίας γίνονται αταξίες και αδικίες και δεν ευρίσκουμε την τελειότητα και στους πιο αφιερωμένους στον Θεό ανθρώπους;».
Κάποτε, ένα πνευματικό παιδί του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, Τόν ερώτησε:
«Γέροντα, ποιά είναι η μεγαλύτερη ευεργεσία του Θεού προς τον άνθρωπο;».
Και ο γ.Επιφάνιος απήντησε:
«Το ότι Ενηνθρώπησε, παιδί μου!»!!!
Ερώτησε πάλι τον γέροντα:
«Δεύτερη ευεργεσία;».
Και απήντησε ο γέροντας:
Πρωτότυπη θέρμανσι!!
Έλεγε η Θεία-Αλεξάνδρα στον γέροντα Επιφάνιο όταν ήταν μαθητής:
«Παιδί μου, όταν διαβάζης και σβήνει το μαγκάλι, να με ξυπνάς να το ανάβω πάλι, ή να κοιμάσαι, γιατί θα ξεπαγιάσης...»
«Θεία, έχω εφαρμόσει κάποιο κόλπο», απαντούσε εκείνος, «και έτσι λύνεται το πρόβλημα!».
«Τί κάνεις δηλαδή; Το ξανανάβεις μόνος σου;», ερώτησε η Θεία.
Πτωχός σπουδαστής, μέλος πολυτέκνου οικογενείας, εξωμολογείτο κάποτε στον Γέροντα Επιφάνιο. Μετά την εξομολόγησι ο π. Επιφάνιος τον ερώτησε:
«Πόσα χρήματα έχεις;».
Ο εξομολογούμενος αιφνιδιάσθηκε, ένοιωσε ντροπή και δεν απάντησε.
«Σε ερώτησα πόσα χρήματα έχεις», επέμεινε ο Γέροντας.
«Πρέπει οπωσδήποτε να σας πώ;», αντερώτησε ο σπουδαστής, ασυνήθιστος προφανώς να υπακούη.
Θυμάται πνευματικοπαίδι του Γέροντα Επιφανίου:
«Ήμουν στις πτυχιακές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, και μου είχαν μείνει μόνο τα Αγγλικά και μάλιστα τριών ετών, λόγω του ότι δεν τα πήγαινα καλά σ’ αυτό το μάθημα. Επειδή, γιά να περάσω το μάθημα, χρειαζόμουν φροντιστήριο και δεν διέθετα καθόλου χρήματα, ανέφερα στον Γέροντα την σκέψι μου να διακόψω τις σπουδές μου, να πάω στρατιώτης και στη συνέχεια να εργασθώ γιά να βρω τα χρήματα αυτά.
Ο Γέροντας με κοίταξε με πατρική στοργή και μου είπε:
<<Ήταν πριν από τον πόλεμο του 1940.
Μιά Κυριακή πρωΐ ένας υπάλληλος παντοπωλείου μεταφέροντας ψώνια σ’ ένα σπίτι στον Νέο Κόσμο, πέρασε μπροστά από τον Ιερό Ναό του Αγίου Παντελεήμονος, προκειμένου να ανεβή τα σκαλάκια που ευρισκόντουσαν πέρα από τον Ι. Ναό, και κοντοστάθηκε απ’ έξω να κάμη τον Σταυρό του.
Εκείνη την ώρα ο π. Σπυρίδων Σγουρόπουλλος εκήρυττε.
Η βροντώδης φωνή Του που ακουγόταν ως έξω, τον σταμάτησε...
Ζωηρά ένοιωσε την ανάγκη, να μπορούσε να μπη μέσα να ακούση. Αλλά πώς να γίνη αυτό; Ήταν υποχρεωμένος, αφού μεταφέρη τα ψώνια, να γυρίση αμέσως στο κατάστημα. (Σιωπηλώς τότε παραβιαζόταν η Κυριακή αργία...). Αμφιταλαντεύθηκε γιά μιά στιγμή. Τέλος πήρε την απόφασί του: «Στο γυρισμό, αφού παραδώσω τα ψώνια θα πάω στην Εκκλησία ν’ ακούσω, ας αργήσω στο μαγαζί και ας γίνη ό,τι γίνει…».
Πράγματι, στο γυρισμό εμπήκε μέσα εις τον Ιερό Ναό και παρακολούθησε το υπόλοιπο κήρυγμα που είχε γιά θέμα: «Περί μετανοίας και εξομολογήσεως».
Τότε μιά αναστάτωσι έγινε μέσα του!
Συζητούσε κάποτε με τον Γέροντα Επιφάνιο ένας νέος, μετά την επιστροφή του από το Εξωτερικό, επί θεμάτων πίστεως. Παρά την εκπληκτική επιχειρηματολογία του Γέροντα, ο νέος παρέμενε ακλόνητος σε θέσεις αμφιβολίας και απιστίας...
Ο Γέροντας έκλεισε στο τέλος την συζήτησι λέγοντας:
«Απ’ όσα ανέφερες, παιδί μου, γιά τη ζωή σου, διαπιστώνω ότι, έχεις οικονομικό πρόβλημα... Θα μου επιτρέψης να σου συμπαρασταθώ;;»!
Έκπληκτος ο νέος παρετήρησε: