«ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ» (2004) με ελληνικούς υποτίτλους.
Το «Περιμένοντας τα σύννεφα» ( τουρκικά :Bulutlari
beklerken, και αγγλικά: Waiting for the Clouds) είναι ο τίτλος κινηματογραφικής
ταινίας, σε σκηνοθεσία της Γιεσίμ Ουστάογλου, παραγωγής του 2004. Η ταινία έχει
ως θέμα την πολιτική καταπίεσι στό πρόσφατο παρελθόν στην Τουρκία και τις
συνέπειες του διωγμού των Ελλήνων Ποντίων.
Περίληψι της ταινίας:
"Το 1975 η εξηντάχρονη Αϊσέ ζει σε ένα τουρκικό χωριό στα παράλια της Μαύρης
Θάλασσας, δυτικά της Τραπεζούντας. Μετά τον θάνατο της μεγάλης της αδελφής
απομονώνεται όλο και περισσότερο. Συνδέεται φιλικά με τον 8χρονο Μεχμέτ, ο
οποίος προσπαθεί να την παρηγορήση. Ο ερχομός του Θανάση στο χωριό, έχει αλλάξει τη
ζωή της. Τραβιέται σε μιά ξύλινη καλύβα στα βουνά, στα σύννεφα, και αρνείται να
επιστρέψη στο χωριό. Η συμπεριφορά της μένει ανεξήγητη για τους συγχωριανούς και
τον Μεχμέτ, αφού κανείς δεν γνωρίζει το μυστικό της Αϊσέ, που κρύβει για πέντε
δεκαετίες τώρα:
Πριν από την υιοθέτησί της από τουρκική οικογένεια ήταν κόρη Ελλήνων Ορθοδόξων Ποντίων και λεγόταν Ελένη. Τώρα την βασανίζουν τύψεις και ενοχές, επειδή ως δεκαετές παιδί είχε αποφασίσει να μην ακολουθήση τον αδελφό της Νίκο
στην Ελλάδα και να παραμείνη αντ' αυτού ασφαλής στην τουρκική οικογένεια.
Πενήντα έτη μετά από τον χωρισμό, αποφασισμένη να εξερευνήση τις ελληνικές της
ρίζες και να ανακαλύψη τον χαμένο της αδελφό, η Αϊσέ ταξιδεύει στην Ελλάδα".
Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο μυθιστόρημα «Ταμάμα» του Γιώργου
Ανδρεάδη.
Η Ουστάογλου επέλεξε ηθοποιούς με κριτήριο να αισθάνωνται την ιστορία και
να έχουν ένα παρόμοιο παρελθόν με τους χαρακτήρες του σεναρίου. Έτσι οι
περισσότεροι από τους ηθοποιούς είναι ερασιτέχνες από τη βορειοανατολική
Τουρκία, ενώ άλλοι είναι Έλληνες ποντιακής καταγωγής από την Θεσσαλονίκη.
Αξίζει, νά παρακολουθήσωμε την συγκεκριμένη ταινία, όχι μόνον εις απότισιν φόρου τιμής προς τους ηρωικούς Μικρασιάτας και Ποντίους αδελφούς μας, αλλά και διά να ενθυμούμεθα ότι, δεν υπάρχουν χαμένες..., αλλά ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΕΣ Πατρίδες!!!
<<Τον Σεπτέμβριο κάποιου έτους στο
ογκολογικό τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Ρίου επικρατεί μεγάλη
αναστάτωσι. Ο μικρός Δημητράκης ζητούσε επειγόντως τον ιερέα του Νοσοκομείου.
Ήθελε οπωσδήποτε να κοινωνήση!!
Ήταν 13 ετών. Ενάμιση περίπου χρόνο ευρισκόταν στην συγκεκριμένη κλινική.
Ένας μικρός πονοκέφαλος τον ωδήγησε εκεί. Οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο του
εγκεφάλου. Η καταγωγή του ήταν από το Φίερι της Αλβανίας. Οι γονείς του
αβάπτιστοι. Έμεναν αρκετά χρόνια στην Πάτρα. Αυτός, λίγο μετά την είσοδό του
στο Νοσοκομείο, θέλησε να βαπτισθή!
Όλοι τον αγαπούσαν πολύ στην κλινική! Ο καρκίνος είχε προχωρήσει αρκετά και
ήδη του είχε στερήσει την όρασι. Δεν έβλεπε καθόλου, τίποτε και κανέναν. Άκουγε
όμως με μεγάλη και θαυμαστή υπομονή. Δεν παραπονιόταν. Έλεγε ότι ο Θεός τον
αγαπά πολύ. Προσευχόταν και παρακαλούσε και τους γονείς του να κάνουν το ίδιο!!
Όσοι τον επισκέπτονταν καταλάβαιναν ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό σ΄ αυτό το
παιδί. Μιλούσε συνέχεια γιά τον Θεόν! Ήταν πάντα ευγενικό και χαρούμενο! Το
πρόσωπο του έλαμπε! Ήθελε να κοινωνή συχνά των Τιμίων Δώρων! Όταν κάποιες
φορές η μητέρα του ήταν σε κάποιον άλλο χώρο της κλινικής, φώναζε: «Μητέρα, έλα
γρήγορα. Φθάνει ο παππούλης με τον Χριστό! Ανεβαίνει τα σκαλιά! Έλα να με
ετοιμάσης!»!!
<<Πρέπει να διαβάζουμε τους Αγίους Πατέρας
με προθυμία, με προσοχή, αλλά και με εμμονή, διότι ο αόρατος εχθρός μας, ο
διάβολος, ο οποίος «μισεῖ δὲ ἦχον ἀσφαλείας»!!! (Παροιμίες ΙΑ΄15΄),
εχθρεύεται τον «ήχο» αυτό, κυρίως όταν έρχεται εκ μέρους των Αγίων Πατέρων!
«Γέροντα, διάβασα σε σχόλια κάποιου πατερικού βιβλίου ότι ο άνθρωπος, όταν
κάνη κάποια αμαρτία, πρέπει να τιμωρηθή, γιά να πληρώση γιά το κακό που έκανε».
Και απήντησε ο
Άγιος Γέροντας:
«Όχι, δεν είναι έτσι.
Ο άνθρωπος, αν μετανοιώση, δεν τιμωρείται· τον ελεεί ο Χριστός!
Χρειάζεται πολλή προσοχή στα σχόλια, γιατί μπορεί ένας σχολιαστής να είναι
αρκετά καλός, αλλά καμμιά φορά να κάνη λανθασμένες ερμηνείες. Αν κανείς δεν
είναι σίγουρος ότι ο σχολιαστής είναι καλός, καλλίτερα να διαβάση μόνον το
κείμενο.
Και σ’ εμένα είπε κάποιος ότι, τον Προφήτη Ησαΐα τον πριόνισαν, γιατί έπρεπε
να πριονισθή γιά τις αμαρτίες του κόσμου... Ενώ ο Ίδιος παρακάλεσε τον Θεόν, να
πριονισθή γιά τις αμαρτίες του κόσμου, και ο Θεός υπέκυψε στην πολλή αγάπη που
είχε γιά τον λαό!! Αλλά γιά κάθε πριονιά ο Θεός θα του δώση και ένα στεφάνι!
Είναι απαραίτητο, να ξέρη κανείς μερικά πράγματα, γιά να καταλάβη κάποια
άλλα. Ο αββάς Ποιμήν (ο οποίος ζητούσε από τον Κύριο να φαγώθη από θηρίο, και
έτσι έγινε), μπορούσε να καταλάβη τον Προφήτη Ησαΐα, αν και η περίπτωσι τού ενός διέφερε από του άλλου, διότι στην περίπτωσι του Προφήτη Ησαΐα υπήρχε η
θυσία γιά τον κόσμο».
<<Διά της προσευχής και της παρακλήσεως εις τους Αρχαγγέλους επλησίασαν
δύο άνθρωποι, πού ήταν φευγάτοι, μακράν της Εκκλησίας!
Ο πρώτος, είχε το δαιμόνιο να μην έρχεται εις την Εκκλησία,
να κτυπά την γυναίκα του και να την περιορίζη από την Εκκλησία και από τον λαό...
Εζούσαν ζωή σκληρή και περιωρισμένη από τον κόσμο... Εγέννησαν ένα παιδί, πού από
την ώρα πού το εβάπτισαν δεν ξαναήλθε εις την Εκκλησία...
Κάθησα και τους έγραψα εις το Σαρανταλείτουργο χωρίς να γνωρίζη αυτός! Και
πάντα παρακαλούσα εις τους Ταξιάρχας και εις την Παντάνασσα να τον φωτίση!
Τον Ιανουάριο του 1968 αρρώστησε το παιδί του, ήταν τριών ετών περίπου. Το
βράδυ δεν ημπορούσε να κοιμηθή, διότι του παρουσιάζονταν διάφορα ακάθαρτα
πνεύματα... Τί να κάνουν, εξαναγκάσθηκαν να το φέρουν εις την Εκκλησία, διά να
το διαβάσω και να απαλλαχθή. Και όταν το έφερε η μάνα του, το παιδί εφοβόταν την
Εκκλησία και τον ιερέα, διότι άλλη φορά δεν τον είχε δή. Μετά πολλών βασάνων,
το διαβάσαμε, ησύχασε ολίγον. Το έδωκα μερικές καραμέλλες και άρχισε να
πλησιάζη. Το βράδυ πού το επήγαν στο σπίτι καθησύχασε ολίγον και έλεγε:
«Χρόνια πριν, ζούσε σε κάποιο χωριό του Βόλου μία
πεθερά μαζύ με την νύφη της. Ο γιός της και σύζυγος της κοπέλας, ήταν ναυτικός
και έλειπε συχνά γιά μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η πεθερά και η νύφη καταγίνονταν
με γεωργικές εργασίες και άλλες οικιακές ασχολίες. Η νύφη δεν έφευγε ποτέ από
το σπίτι και ήταν πάντα δίπλα στην πεθερά της.
<<Γύρω στα 1921 μετέβαινα ατμοπλοϊκώς εις
τον Βόλο, προς επίσκεψιν πνευματικών μου αδελφών. Μεταξύ των επιβατών ήταν και
δύο ομογενείς από την Αμερική που εγύριζαν στην πατρίδα τους. Ο νεώτερος ήταν
Κεφαλλονίτης και ο μεγαλύτερος καταγόταν από κάποιο χωριό του Πηλίου.
Το βράδυ, στο σαλόνι του πλοίου, πιάσαμε συζήτηση μαζί με άλλους επιβάτες
και τους μίλησα ανάμεσα στα άλλα και γιά την μεγάλη αμαρτία της βλασφημίας του
Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων.
Οι περισσότεροι άκουγαν με ευλάβεια και ενδιαφέρον αυτά που τους έλεγα!
Δύο - τρείς όμως από τους ακροατές δυσανασχέτησαν και άρχισαν να λένε, ότι
όσα τους λέω είναι γιά να τους φοβίσω, γιά να μην βλασφημούν. Καλά είναι βέβαια
αυτά που τους λέω, αλλά είμαι υπερβολικός και δεν λέω αλήθεια…
Τότε σηκώθηκε όρθιος ο νεαρός Κεφαλλονίτης, και με θάρρος τους είπε:
«Θα σας διηγηθώ ένα περιστατικό που το είδα με τα μάτια μου!