Μιλάει ο Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης,
γιά την γλυκύτητα της Εκκλησίας (Θείας Λειτουργίας)
και το πώς μεταφέρεται η πληροφορία
γι' αυτή την γλυκύτητα, εις τα παιδιά μας!
Πατήστε το link γιά να ακούσετε τον Όσιο γέροντα Εφραίμ : youtube
Μιλάει ο Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης,
γιά την γλυκύτητα της Εκκλησίας (Θείας Λειτουργίας)
και το πώς μεταφέρεται η πληροφορία
γι' αυτή την γλυκύτητα, εις τα παιδιά μας!
Πατήστε το link γιά να ακούσετε τον Όσιο γέροντα Εφραίμ : youtube
«Το πορτοφόλι μου είναι σαν τη ζυγαριά.
Όταν έχη μέσα τρία ευρώ,
η πλάστιγγα ισορροπεί τέλεια
ανάμεσα στη γη και στον Ουρανό!
«Πρέπει να μαζευθούμε.
Να μαζέψουμε και τη διάνοια και την ψυχή μας!
Όλα! Και να κλείσουμε τις θύρες!
Και ποιές είναι οι θύρες;
Είναι οι αισθήσεις μας!
Μαζέψου μέσα λοιπόν,
και κλείσε τις πόρτες!
Μείνε λίγο με τον εαυτό σου, βρε παιδί μου.
Θα πεθάνης και δεν θα τόν έχης γνωρίσει.
Θα φύγης και δε θα τόν έχης αγαπήσει,
δεν θα τόν έχης πονέσει…
Άμα δεν τόν έχης πονέσει,
πώς θα τόν σώσης;
Άμα δεν τόν έχεις αγαπήσει,
πώς θα αγαπήσης τον άλλον;
<<Ο παπά-Εφραίμ (νυν Άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης) λειτουργούσε, και εγώ μαζί με τον γέρο-Προκόπιο ψάλλαμε.
Κάποια στιγμή, κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, ενώ περιμέναμε να κάνη τις προσφωνήσεις, κρατούσε σιγή... Περιμέναμε λίγο, αλλά ουδεμία απάντησι... Μπαίνω μέσα στο Ιερό να ιδώ τί συμβαίνει, και βλέπω κατάπληκτος τον παπά-Εφραίμ να είναι στην Αγία Τράπεζα πεσμένος!
Τον σκουντάω, τον κουνάω, και τότε συνήλθε!
<<Θα σημειώσω ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά πού είδα ιδίοις όμμασι στον π.Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, τον Αριστέα Αυτόν της νοεράς αθλήσεως:
«Όταν κάποτε έφευγα από το Ησυχαστήριό Του και τον χαιρετούσα, μου ζήτησε να ταχυδρομήσω ένα γράμμα, στον φάκελο του οποίου έγραφε εκείνη την στιγμή, την σύστασι. Ενώ όμως έγραφε, ετελείωσε το στυλό Του και του προσέφερα αμέσως το δικό μου γιά να ολοκληρώση. Όταν τελείωσε, καμάρωσε το μολυβάκι μου, γιατί τάχα έγραφε πολύ καλά.
Τότε, του είπα να το κρατήση γιά δικό Του.
Αυτός δεν εδέχθη, αλλά μου είπε να Τού αγοράσω ένα παρόμοιο μολύβι.
«Ενθυμούμαι, τον πρώτο καιρό που εγνώρισα την ευχούλα, ήθελα τρόπον τινά, μία εικόνα γιά βοηθό.
Έβαζα λοιπόν με τον λογισμό, ότι ήμουν κάτω στη θάλασσα και ο Χριστός ήταν μέσα σε ένα καραβάκι με τους φίλους του και έφευγαν και εμένα με άφηναν μόνο μου στην ακτή… Με έπιανε τότε το παράπονο και εφώναζα και επαρακαλούσα να γυρίσουν να με πάρουν και εμένα.
Τί εφώναζα;