«Ο ελεύθερος άνθρωπος, ομιλεί παντού και πάντοτε μόνο την γλώσσα της αληθείας»!!!
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (345-407 μ.Χ.).
«Ο ελεύθερος άνθρωπος, ομιλεί παντού και πάντοτε μόνο την γλώσσα της αληθείας»!!!
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (345-407 μ.Χ.).
Στην αρχή του αιώνα μας, ο πατήρ Γεράσιμος εθεωρείτο ο πιό ξακουστός εξομολόγος της Μονής του Πούτνα.
Γεννήθηκε στο χωριό Χοροντίντ, της επαρχίας του Ραντοτζί. Μπήκε στο Μοναστήρι σε νεαρή ηλικία και δεν άργησε να γίνει ένας δόκιμος μοναχός, και μετά από χρόνια ένας απαράμιλλος εξομολόγος. Νήστευε πάντα μέχρι το βράδυ, εκτός από τις μέρες εορτών, διάβαζε συστηματικά τους ψαλμούς και εκαλλιεργούσε την νοερά προσευχή.
«Το κάθε δημόσιο κακό έχει την βαθειά ρίζα του τόσο στην αμάθεια και την ανοησία του Λαού, όσο και στην φαυλότητα και τον συμφεροντολογισμό της εξουσίας»!!
Σόλων ο Αθηναίος (640-560 π.Χ.)
«Η παραμικρή αμέλεια, μπορεί να γεννήσει μεγάλη αμαρτία! Αντίθετα, η ολίγη προσοχή, είναι δυνατόν να απομακρύνει τεράστια ζημία»!!
Όσιος Εφραίμ ο Σύρος (308-373 μ.Χ.).
«Τα δάκρυα της μητέρας, είναι η μεγαλύτερη και ισχυρότερη υδροηλεκτρική δύναμη του κόσμου»!!
Μπέρναρντ Σο (1856-1950 μ.Χ.).
Διηγείται ο Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης ότι, μιά μέρα ήταν σε κατάσταση Χάριτος. Και σε αυτήν την κατάσταση που ευρισκόταν, ήλθε ο γέροντας Προκόπιος και του χτύπησε την πόρτα του κελιού του, λέγοντας του:
«Έλα παπά-Εφραίμ να μαγειρέψουμε. Ήλθε η ώρα του φαγητού…».
«Και σκέφθηκα», λέει ο παπά-Εφραίμ, «να αφήσω τα πνευματικά μου καθήκοντα για τα σωματικά; Θα αφήσω τα Ουράνια για τα γήινα;».
Ο Ευφρόσυνος ζούσε αποκομμένος από τον κόσμο, σε κάποιο χωριό. Οι γονείς του ήταν χωρικοί και πολύ φτωχοί. Εξ αιτίας των συνθηκών αυτών, δεν κατάφερε ποτέ να μάθη γράμματα και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι περισσότεροι τον χαρακτήριζαν «αγροίκο».
Όταν πέρασαν τα χρόνια, ο Ευφρόσυνος αποφάσισε πως ήθελε να ζήσει ως μοναχός. Πράγματι, μπήκε σε κάποιο Μοναστήρι και από τότε δεν σταμάτησε να ασχολείται με τη μαγειρική, καθώς τον τοποθέτησαν στη θέση του βοηθού του μάγειρα.
Οι υπόλοιποι μοναχοί, συνεχώς τον κοροΐδευαν, λόγω της θέσης του, βλέποντάς τον μαυρισμένο στην καπνιά και λόγω της έλλειψης παιδείας. Εκείνος, όμως, δεν αντιδρούσε, αντιθέτως, υπέμενε όλα τα σχόλια και τους εμπαιγμούς, με ταπεινότητα. Δεν διαμαρτυρόταν, δεν γόγγυζε και δεν κατέκρινε κανέναν. Πολλές φορές, περιφρονούσαν ακόμη και τη μαγειρική του, κατηγορώντας τον πως δεν μαγείρευε καλά. Αυτός, όμως, χωρίς να χάνει το κουράγιό, του απαντούσε:
Το Άγιο Λείψανό του, τοποθετήθηκε σε μαρμάρινη θήκη (λάρνακα) και κρύφθηκε από τους Χριστιανούς στην Θυρβανούπολι, όπου επιτελούσε καθημερινά πολλά και μεγάλα θαύματα.
Κάποιοι εχθροί, όμως, του Χριστιανισμού, που δεν υπέφεραν την θαυματουργική δύναμη του Αγίου Λειψάνου, έκλεψαν την λάρνακα και την έρριξαν στην θάλασσα μαζί με τις μαρμάρινες λάρνακες (με λείψανα) τεσσάρων άλλων Μαρτύρων, του Παπιανού, του Λουκιανού, του Γρηγορίου και του Ακακίου.
Ο π. Γαβριλέσκου έζησε πάνω από σαράντα χρόνια στο μικρό Μοναστήρι της Κοζάνκεα. Υπήρξε ο πιο φημισμένος ανάμεσα στους εξομολόγους της περιοχής. Οι γέροντες της περιοχής, μιλούν ακόμη και σήμερα γι αυτόν, και διηγούνται πρόθυμα θαυμαστές ιστορίες σχετικά μ’ αυτόν.
Στο Μοναστήρι, ήδη από νεαρότατη ηλικία, ο π. Κόνων ξεπέρασε πολλούς μοναχούς με τον ζήλο που επέδειξε, τη νηστεία του, την ανάγνωση του Ψαλτηρίου, τις μετάνοιες, την υπακοή και την ελεημοσύνη του.
Χάρις στον ζήλο του να διάγει βίο άγιο, ο Θεός του έδωσε το χάρισμα να εκδιώκει πονηρά πνεύματα. Επίσης, μόνο χάρη στη δύναμη της προσευχής του και την ανάγνωση του Ψαλτηρίου, πολλοί άνθρωποι θεραπεύτηκαν. Στη συνέχεια, χειροτονήθηκε ιερέας και εξομολόγος. Ένα μεγάλο πλήθος αρρώστων, προσέτρεχαν κάθε μέρα σ’ αυτόν, αναζητώντας τη θεραπεία. Άλλοι προσκυνητές, αναζητούσαν τις συμβουλές του και διάφοροι άποροι των παρακαλούσαν για ελεημοσύνη. Και ο Θεός, χορηγούσε σε όλους ό,τι ζητούσαν, δια πρεσβειών του πατρός Κόνωνα. Αυτός, ο μεγάλος πνευματικός, αντιλαμβανόταν καλλίτερα απ' όλους τις ανάγκες των πιστών, τους πόνους τους, τις χαρές τους και τη δύναμη της πίστης τους. Γι' αυτό και ο π. Κόνων, κατόρθωσε να ταυτισθή πλήρως με το πλήθος των πιστών, των μοναχών, αλλά και των λαϊκών. Βοηθούσε τους ανθρώπους κυρίως με τη δύναμη της προσευχής του, μιλώντας λιγότερο στους ίδιους και περισσότερο στον Θεό γι' αυτούς. Έτσι, με τον τρόπο αυτό, πολλοί άρρωστοι βγαίνοντας από το κελλί του πατρός Κόνωνα, επέστρεφαν στο σπίτι τους θεραπευμένοι.
«Έργο σου διαρκές να είναι η μελέτη των Θείων Γραφών!
Να μελετάς το Ψαλτήρι και να μαθαίνεις τους Ψαλμούς!
Με την ανατολή του ο ήλιος, να σε βλέπει με τα ιερά βιβλία στα χέρια σου!»!!!
Μέγας Αθανάσιος (296-373 μ.Χ.)
Ασπάσθηκαν την μοναστική ζωή, στο ονομαστό γυναικείο Μοναστήρι που αποκαλούνταν «Άγαφτον», μεταξύ του 1855 και του 1860. Αργότερα, έφεραν κι άλλες συγγενείς τους, ανάμεσα στις οποίες και τη φημισμένη μοναχή Ξενία Βελισάρη, ξαδέλφη αυτή του ποιητού. Η Φεβρωνία, η Σοφία και η Ολυμπιάς, ανταπεξέρχονταν με γενναιότητα στις δοκιμασίες του μοναστικού βίου, με προσευχή, νηστεία και υπακοή, συνοδεύοντας καθετί που έκαναν, με δάκρυα κατανύξεως.
«Τίποτε άλλο δεν προσφέρει μεγαλύτερη ευχαρίστηση και θάρρος, από το να έχει κάποιος ακατάγνωστη συνείδηση»!!!
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (345-407 μ.Χ.).
Αυτός ο ασυνήθιστος και εξαιρετικά πιστός άνθρωπος, γεννήθηκε στην κοινότητα του Σουσάγκ της επαρχίας της Άλμπα. Ήδη από την παιδική του ηλικία, έβλεπαν στο πρόσωπό του, ένα χαρισματούχο άνθρωπο. Αργότερα, ενυμφεύθηκε και απέκτησε πέντε παιδιά. Αυτός ασχολιόταν με τα ζώα και η γυναίκα του με το νοικοκυριό. Το σπίτι τους ήταν μιά πραγματική Εκκλησία. Διάβαζαν τακτικά το Ψαλτήρι, νήστευαν και έκαναν κάθε μέρα ελεημοσύνη. Συγχρόνως, εκαλλιέργησε την νοερά προσευχή, που τον ανέβαζε πνευματικά.
Στα 1884, μαζί με άλλους συγχωριανούς του και με τη συγκατάθεση της συζύγού του, έφυγε για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα. Ακολουθώντας τις συμβουλές ενός αναχωρητού, πήγε μόνος του στην έρημο του Ιορδάνου και από εκεί, μέσω του Σινά, έφθασε στην έρημο του Νείλου. Για τρία χρόνια, αγωνίσθηκε με νηστεία, προσευχή και μελέτη. Δεν είχε μαζί του παρά το Ευαγγέλιο και το Ψαλτήρι. Μ’ αυτά τα δύο βιβλία άφησε τη Χώρα του. Μ’ αυτά τα δύο γύρισε πίσω και αυτά κρατώντας τα στα χέρια του, παρέδωσε την ψυχή του!!
Έπειτα από τα τρία χρόνια της μονώσεως, επανήλθε στα Ιεροσόλυμα. Στη συνέχεια, επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και τέλος επέστρεψε στη Χώρα του. Η όψη του φωτιζόταν από την νοσταλγία του Δημιουργού, τα μάτια του ήσαν γαλήνια όπως ο ήλιος, η ψυχή του ειρηνική, η ομιλία του αργή και γεμάτη σοφία, το βάδισμά του ήρεμο, η προσευχή του αδιάλειπτος! Για να σκληραγωγήσει το σώμα του, ο Λαζάρ ο προσκυνητής, περπατούσε χειμώνα-καλοκαίρι ανυπόδητος και ασκεπής (χωρίς να καλύπτει το κεφάλι του). Στην πλάτη του είχε ένα παλιό γούνινο σακάκι κι ένα δισάκι όπου είχε το Ευαγγέλιο, στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα μακρύ ραβδί μ' έναν σταυρό στο άκρο του και στο αριστερό του χέρι κρατούσε το Ψαλτήρι. Έτσι λοιπόν επέστρεψε στην Πατρίδα του ο π. Γεώργιος και έτσι έζησε σαν μέγας προσκυνητής, μέχρις ότου τον κάλεσε ο Κύριος.
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΠΕΙΡΕΣ ΚΑΙ ΚΥΚΛΩΜΑΤΑ…
Είμεθα υποχρεωμένοι, επειδή δεν υπάρχει άλλος τρόπος προφυλάξεως, εκτός από την ενημέρωση, να επισημάνουμε τον κίνδυνο μιάς επικίνδυνης και διεθνούς απάτης, που απευθύνεται κυρίως σε αφελείς και ηλικιωμένους και έχει πολλά θανατηφόρα πλοκάμια…
Πρόκειται, για τηλεφωνικές απάτες από διαφόρους απατεώνες, κυρίως μέσω διεθνών κλήσεων.
Αλλοίμονο, σε όποιον ανταποκριθή και τηλεφωνήσει σ’ αυτούς τους αγνώστους τηλεφωνικούς αριθμούς, διότι οι χρεώσεις είναι υπερβολικές και ανεξέλεγκτες…
Δυστυχώς, υπάρχουν πάμπολλα θύματα παγκόσμια, αλλά και στην Ελλάδα μας, απλών ανθρώπων, κυρίως ηλικιωμένων.
Αυτοί οι γέροντες, έχοντας συνήθως στενούς συγγενείς στο εξωτερικό, δίχως να ελέγξουν τον εισερχόμενο (αναπάντητο) αριθμό, τηλεφωνούν σ’ αυτόν τον άγνωστο διεθνή προορισμό, νομίζοντας ότι, τηλεφωνούν στα παιδιά και στα εγγόνια τους… Το αποτέλεσμα είναι τραγικό…! Διότι, εάν καλοπροαίρετα ανταποκριθούν και τηλεφωνήσουν, οι αγαθοί αυτοί γέροντες, σ’ αυτούς τους τηλεφωνικούς αριθμούς, τότε οι χρεώσεις είναι πολύ υψηλές προς τις τηλεφωνικές εταιρείες και… γεμίζουν τις τσέπες αυτών που κρύβονται από πίσω και «νόμιμα» κατακλέπτουν τους αδαείς…!
«Να μην πιέζεις τον εαυτό σου να καταγίνεται στην υπερβολική εργασία, διότι τότε η εργασία μετατρέπεται σε δουλεία… Το σωστό και ωφέλιμο είναι όλα να γίνονται με μέτρο και τάξη»!!
Όσιος Εφραίμ ο Σύρος (308-373 μ.Χ.).
Στον Μητροπολιτικό Ναό του Ιασίου, διακονούσαν πάντοτε δοκιμασμένοι κληρικοί, που προέρχονταν από διάφορα Μοναστήρια ολόκληρης της Μολδαβίας. Ανάμεσα σ’ αυτούς, ο σπουδαιότερος εξ απόψεως πνευματικής ζωής και καλών έργων (παραμένει αξεπέραστος μέχρι σήμερα), ήταν ο αρχιδιάκονος Βαρλαάμ, αυθεντικό κόσμημα του Ρουμάνικου Μοναχισμού.
Ο Βαρλαάμ Αργκιρέσκου, καταγόταν από το Χάνγκον, του διαμερίσματος του Νεάμτς. Εισήλθε στην αδελφότητα της Mονής του Νεάμτς, σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Χάρις στην αγιότητα του βίου του και την ωραία του φωνή, χειροτονήθηκε διάκονος στα 1898. Η ψαλμωδία ήταν το διακόνημα που του είχαν αναθέσει.
Περνούσε όλη την ημέρα στην Εκκλησία. Το βράδυ γυρνούσε πίσω στο κελλί του, προσευχόταν με ένταση γιά δύο περίπου ώρες, μετά μισοκοιμόταν ξαπλωμένος πάνω σε μία τάβλα χωρίς προσκέφαλο, γιά μιά ώρα. Τα μεσάνυκτα ήταν ο πρώτος που πήγαινε στην Ακολουθία. Όταν γυρνούσε στο δωμάτιό του, έκανε μερικές εκατοντάδες μετάνοιες και αναπαυόταν ακόμη γιά τρείς ώρες. Το πρωί ξανάρχιζε τις προσευχές, τον κανόνα του, την ανάγνωση του Ψαλτηρίου και μετά απ’ αυτά πήγαινε στην Εκκλησία.
Ο καλός αυτός στρατιώτης του Χριστού, έκανε τον αγώνα του με την προσευχή, την ταπείνωση, την ελεημοσύνη και την υπακοή.
«Γλυκύς είναι ο πατέρας με την φρόνηση και την σωφροσύνη και όχι με τον θυμό και την οργή»!
Στοβαίου ΠΓ’10.
Ήταν κάποτε δύο αδέλφια σε ένα χωριό και είχαν κάποιες διαφορές γιά την ιδιοκτησία κάποιου χωραφιού. Είχαν φθάσει στο σημείο, ο ένας να πυροβολήσει τον άλλον...
Οι συγχωριανοί τους, βλέποντας ότι αυτή η έριδα δεν μπορούσε να συνεχισθή στο χωριό τους, ζήτησαν από τον σεβάσμιο γέροντα του χωριού, τον μπάρμπα-Νίκο, να μεσολαβήσει γιά να λύσει τη διαφορά τους.
Συμφώνησε ο μπάρμπα-Νίκος να μεσολαβήσει, αφού συμφώνησαν και τα αδέλφια να ακούσουν την συμβουλή του και να κάνουν ό,τι τους πει.
Συνοδευόμενος ο μπάρμπα-Νίκος από τα δύο αδέλφια, πήγαν στο συγκεκριμένο χωράφι. Ο γέροντας, γονατίζοντας στην γη, άρχισε να ψιθυρίζει κάτι για πολλή ώρα...
Όποιος αγαπάει, πληροφορείται για την αγάπη τού άλλου, αλλά και πληροφορεί τον άλλον, για την αγάπη του. Καταλαβαίνει ο άλλος αν υποκρίνεσαι ή αν τον αγαπάς πραγματικά, γιατί πάει σαν τηλεγράφημα η αγάπη. Αν κάνουμε λ.χ. μία επίσκεψη σ’ ένα ορφανοτροφείο, τα παιδιά αμέσως θα καταλάβουν με τί διάθεση πήγαμε.
Είχαν έλθη μιά φορά στο Καλύβι να ζητήσουν τη γνώμη μου κάποιοι, που ήθελαν να κάνουν ένα ίδρυμα γιά εγκαταλελειμμένα παιδιά.
«Το κυριότερο από όλα», τους είπα, «είναι να πονέσετε τα παιδιά αυτά, σαν παιδιά σας και ακόμη περισσότερο. Αυτό είναι που θα πληροφορήσει τα παιδιά γιά την αγάπη σας. Αν δεν τα πονάτε, μην ξεκινάτε να κάνετε τίποτε».
Τότε ένας γιατρός, πολύ ευλαβής, είπε:
“Εδώ και επτά χρόνια είμαι Ιερέας στο Παρεκκλήσι των Φυλακών Προύνκου στο Κίσιβο της Μολδαβίας. Επειδή παράλληλα υπηρετώ και στην ενορία μου, στην Φυλακή κάνω Ακολουθίες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές. Με βοηθούν κάποιοι κρατούμενοι ως εθελοντές, οι οποίοι έχουν στα καθήκοντά τους και την προετοιμασία των κρατουμένων που θα συμμετάσχουν στην Ακολουθία. Την προηγούμενη ημέρα τους δίνουν να διαβάσουν είτε το Ωρολόγιο, είτε κάποιο από τα βιβλία που έχουμε στην μικρή μας βιβλιοθήκη.
Θέλω όμως να σας διηγηθώ κάτι, που συνέβη το φθινόπωρο του 2008. Οι φυλακές Προύνκου είναι οι μοναδικές Φυλακές-Νοσοκομείο, που ευρίσκονται και άντρες και γυναίκες.
Σε ένα κελί του χειρουργικού τμήματος ευρισκόταν και η Ζαμφίρα, μιά τσιγγάνα. Όταν ένας από τους εθελοντές πήγε στο κελί γιά να ρωτήσει ποιός θα συμμετείχε στην Ακολουθία της επομένης ημέρας, η Ζαμφίρα του είπε: «Εγώ θα έλθω, αλλά δεν έχω ανάγκη τα βιβλία σου».
Η Ζαμφίρα ήταν 36 ετών, όμορφη και από όσα είχα καταλάβει, ήταν «ελαφρών ηθών». Ήταν στην φυλακή από τα δεκαέξι της χρόνια, επειδή είχε σκοτώσει το παιδί της, αλλά και γιά άλλα επίσης σοβαρά αδικήματα.
Την επομένη, λοιπόν, η Ζαμφίρα ήλθε στην Ακολουθία στο Παρεκκλήσι. Την ημέρα εκείνη διαβάσαμε τον Ικετήριο κανόνα προς τον Ιησού Χριστό, την
Παράκληση της Παναγίας και τον κανόνα της Θείας Μεταλήψεως. Η Ζαμφίρα, όμως, στο πίσω μέρος του Ναού απαντούσε σε κάθε προσευχή κοροϊδευτικά και έκανε άσχημες χειρονομίες. Ενοχλούσε και εμένα αλλά και τους άλλους κρατουμένους, οι οποίοι ήταν περίπου 35 άνδρες και γυναίκες. Κανείς δεν τολμούσε να της κάνει παρατήρηση, επειδή είχε κάποιο «κύρος» στον υπόκοσμο. Παρότι ήταν 36 ετών, ήταν ψηλά στην ιεραρχία, κάτι που όλοι οι κρατούμενοι σέβονταν απολύτως. Έδωσε ολόκληρη παράσταση και κάποιους τους διασκέδαζε με τα αστεία της. Την άφησα ήσυχη και μόνο την ερώτησα:«Πώς σε λένε;»
«Ζαμφίρα», μου απάντησε.
Κάποιος πιστός γιατρός, προσπαθούσε να βοηθήσει και πνευματικά έναν ασθενή του, και του έκανε την σύσταση να εξομολογηθή, λέγοντας του ότι, η θεραπεία της ψυχής θα βοηθήσει και την σωματική του υγεία.
Εκείνος τον άκουγε ευχαρίστως, ανέβαλε όμως συνεχώς την μετάνοια του.
Τότε ο γιατρός χρησιμοποίησε ένα τέχνασμα. Όταν επισκέφθηκε ξανά τον ασθενή του, άφησε ένα φάρμακο και ετοιμάσθηκε να φύγει.
«Πότε θα το πάρω το φάρμακο γιατρέ;», ρώτησε ο ασθενής, με αγωνία.
«Μπορείς να το πάρεις… ,μετά από ένα μήνα», απάντησε ο γιατρός.
«Τί λες γιατρέ μου! Μπορεί να πεθάνω μέχρι τότε…», αντέδρασε ο ασθενής.
Ερώτησε κάποιος κοσμικός, ένα νεαρό πιστό παλικάρι:
«Καλά, βρε παιδί μου! Συ το πιστεύεις, ότι με τη Θεία Κοινωνία έρχεται μέσα σου ο Χριστός; Σε πόσους πια... Αφού είναι Ένας! Πως καταφέρνει και επισκέπτεται τόσο κόσμο την ίδια στιγμή;;;».
Ο νεαρός έμεινε για λίγο συλλογισμένος. Και μετά τον ερώτησε:
«Εδώ μένεις;».
«Ναι!» του απαντά εκείνος.
«Μπορείς να μου πεις πόσα παράθυρα έχει η πόλη μας;», τον ερωτά ο νέος.
«Δεν τα εμέτρησα», του απαντά εκείνος. «Αλλά πολλά. Εκατοντάδες χιλιάδες. Εκατομμύρια. Τί σημαίνει αυτό;;», πρόσθεσε ο άνθρωπος.
«Τι διαβάζεις, π. Ευσέβιε;».
«Το Λόγο του Θεού, παιδί μου, το Ευαγγέλιο».
«Και τι λέει εκεί που διαβάζεις;».
«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστίν η Βασιλεία
των Ουρανών» (Ματθ. Ε’3’)!!!
Μετά από ημέρες, ξαναπέρασε ο Μεσολογγίτης και τον βρήκε πάλι να διαβάζει.
« Σήμερα, μου είπε μία νεφροπαθής, που χρόνια τώρα κάνει αιμοκάθαρση:
“Παππούλη, σταυρώστε, σας παρακαλώ, το χέρι μου. Οι φλέβες είναι όλο πληγές και δεν μπορώ να κάνω αιμοκάθαρση”.
“Αυτές οι πληγές”, της είπα, “στην άλλη ζωή, θα είναι διαμάντια, μεγαλύτερης αξίας από τα διαμάντια αυτού του κόσμου. Πόσα χρόνια κάνεις αιμοκάθαρση;”
“Δώδεκα”, μου λέει.
“Δηλαδή, δικαιούσαι ένα ''εφάπαξ'' και μία σύνταξη μειωμένη”, της είπα.