<<Όταν βλέπω ότι ο άλλος θα κάνει αντιλογία, οπισθοχωρώ εγώ, γιά να μην πει ο άλλος ότι:
«Γέροντα, μα έτσι...».
Οπισθοχωρώ εγώ...
Οπισθοχωρώ...
Γιά να μην έλθη ο υποτακτικός σε θέση να πει:
<<Όταν βλέπω ότι ο άλλος θα κάνει αντιλογία, οπισθοχωρώ εγώ, γιά να μην πει ο άλλος ότι:
«Γέροντα, μα έτσι...».
Οπισθοχωρώ εγώ...
Οπισθοχωρώ...
Γιά να μην έλθη ο υποτακτικός σε θέση να πει:
«Κάποιοι ψαράδες τραβούσαν την τράτα τους από την ακρογιαλιά, και επειδή την ένοιωθαν βαρειά, χόρευαν από την χαρά τους, νομίζοντας πως η ψαριά τους θα είναι πολύ μεγάλη.
Όταν όμως τελικά τράβηξαν τα δίχτυα τους, δεν βρήκαν μέσα παρά λίγα μόνο ψάρια. Βλέπετε, η τράτα είχε γεμίσει με πέτρες και άμμο. Τους ψαράδες μας τότε τους έπιασε φοβερή στενοχώρια· μάλιστα, δυσανασχετούσαν όχι τόσο γιά την λιγοστή ψαριά, όσο επειδή είχαν αρχικά ελπίσει, σε αντίθετη έκβαση.
Τότε, ένας έμπειρος ηλικιωμένος ψαράς, που ήταν ανάμεσά τους, είπε:
<<Ο Θεός βλέπει από κοντά τις ταλαιπωρίες των παιδιών Του και τα παρηγορεί σαν καλός Πατέρας! Διότι, τί νομίζεις; Θέλει να βλέπη το παιδάκι Του να ταλαιπωρήται; Όλα τα βάσανά του, τα κλάματά του, τα λαμβάνει υπ’ όψιν Του και ύστερα πληρώνει αδρά! Μόνον ο Θεός δίνει στις θλίψεις, την αληθινή παρηγοριά!
Γι’ αυτό, άνθρωπος που δεν πιστεύει στην Αληθινή Ζωή, που δεν πιστεύει στον Θεό, για να Του ζητήση το έλεός Του στις δοκιμασίες που περνάει, είναι όλο απελπισία και δεν έχει νόημα η ζωή του... Πάντα μένει αβοήθητος, απαρηγόρητος και βασανισμένος σ’ αυτήν την ζωή, αλλά καταδικάζει και αιώνια την ψυχή του...
Μίκρυνε
τον εαυτό σου μπροστά σε όλους τους ανθρώπους και θα υψωθής πάνω απ’ όλους τους
Άρχοντες τούτου του κόσμου!
Πρότρεχε
όλους στον χαιρετισμό και θα τιμηθής πιο πολύ από εκείνους που προσφέρουν
πολύτιμο χρυσάφι!
Καταφρόνησε
την τιμή γιά να τιμηθής, και μη την αγαπήσεις γιά να μην ατιμασθής!
Μην
αηδιάσεις την δυσοσμία των αρρώστων και μάλιστα των πτωχών, γιατί και εσύ σώμα
φέρεις!
Όταν
συναντήσεις κάποιον, ανάγκασε τον εαυτό σου να τον τιμήσει πιο πάνω απ’ ότι
αξίζει. Χαιρέτισέ τον θερμά! Παίνεψέ τον! Όταν απομακρυνθή, πες γι’ αυτόν κάθε καλό
και τίμιο λόγο! Με τον τρόπο αυτό, θα τον κάνεις καλλίτερο απ’ ότι είναι!
Πάντοτε, ο τρόπος αυτός να σε χαρακτηρίζει! Να είσαι, δηλαδή, ευπροσήγορος
πάντοτε και να αποδίδεις την τιμή σε όλους!
Μη
διακόψεις τον συνομιλητή σου, γιά να πεις τη γνώμη σου, σαν αμαθής και
απαίδευτος!
Μη
ξεγυμνώνεσαι μπροστά στους άλλους!
Απομακρύνσου
από την «παρρησία», σαν από τον θάνατο!
Κάποιος αξιωματικός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον επλησίασε και άρχισε να κατηγορεί με πάθος κάποιον, που δεν ήταν παρών. Τότε ο Μέγας Αλέξανδρος, έκλεισε με την παλάμη του, το ένα αυτί του, και συνέχισε να ακούει τον «κατήγορο».
Ο συγκεκριμένος, αφού τελείωσε το καταγγελτικό έργο του, ερώτησε τον Μέγα Αλέξανδρο με έκπληξη, να του εξηγήσει, γιατί όσο του μιλούσε, αυτός είχε κλειστό το ένα του αυτί.
Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, αποφάσισε κάποτε, να αφήσει την έρημο και να πάει σε κοντινή πόλη, γιά να προσκυνήσει τα Ιερά Λείψανα κάποιου Αγίου. Πριν ξεκινήσει, προσευχήθηκε λέγοντας:
«Κύριε, στείλε μπροστά μου, καθώς θα περνώ την πύλη της πόλεως, έναν άνθρωπο να με διδάξει»!
Μπαίνοντας λοιπόν ο Όσιος στην πόλη συνάντησε μία κοινή γυναίκα, η οποία στάθηκε και τον κοίταζε επίμονα. Ο Όσιος αισθάνθηκε άσχημα, γι’ αυτή την συνάντηση. Εστράφη τότε, με αυστηρό βλέμμα προς τη γυναίκα και της λέει:
<<Ήταν οι τελευταίες στιγμές του αββά Στεφάνου του Βυζαντίου, ο οποίος και είχε χρηματίσει αρχειοφύλακας του στρατηγού Μαυριανού.
Καθισμένοι λοιπόν πλάϊ του, περιμέναμε την εκδημία του. Μαζί ήταν και ο αββάς Θεοδόσιος ο Αφρικανός, Επίσκοπος Βαβυλώνος. Διαβάζαμε τον 118ον ψαλμό, τον «Άμωμο», όπως συνηθίζεται γιά τους ψυχορραγούντες, όταν ξαφνικά ο αββάς Στέφανος στρέφει το βλέμμα του έντονα, σε κάποιον που εμφανίσθηκε μπροστά του, και του λέγει με βαρειά φωνή:
«Τι ήλθες εδώ; Γκρεμίσου στο σκότος το εξώτερο.
Δεν έχεις δουλειά μαζί μου. Μερίς μου ο Κύριος!»!
«Όταν αγαπάμε, νομίζουμε ότι, προσφέρουμε στους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα προσφέρουμε πρώτα στον εαυτό μας!
Η αγάπη χρειάζεται θυσίες!
Να θυσιάζουμε ταπεινά κάτι δικό μας, που στην πραγματικότητα είναι του Θεού!
Κάποιος Γέροντας, επισκέφθηκε έναν άλλον Γέροντα, ο οποίος είπε στον μαθητή του:
«Αδελφέ, κάνε μας λίγη φακή».
Και εκείνος την ετοίμασε.
«Μούσκεψε και λίγο ψωμί».
Και ο μαθητής, υπάκουσε και το μούσκεψε.
Μην απορείς…
Στη γη που δεν πρόκαμες να δης,Ένας νεαρός μοναχός, από το Άγιον Όρος, επισκέφθηκε τον Άγιο γέροντα Πορφύριο στον Ωρωπό και μεταξύ άλλων τον ερώτησε:
«Γέροντα, θέλω να μου πείτε κάτι γιά την Ευχή. Πώς πρέπει να την λέω και με ποιό τρόπο; Μερικοί λένε να κρατούμε την αναπνοή μας· άλλοι πως πρέπει να καθόμαστε σ’ ένα σκαμνί· να σκύβουμε το κεφάλι και να συμμαζεύουμε έτσι το νου μας· και άλλα πολλά...».
Και ο γέροντας απάντησε:
«Eγώ, παιδί μου, δεν ξέρω απ' αυτά τα πράγματα. Θα σου απαντήσω όμως με κάποιο περιστατικό:
«Κάποιος σκότωσε έναν άνθρωπο με αποτέλεσμα να τον κυνηγούν οι συγγενείς του θύματος. Μέ τά πολλά ο καταδιωκόμενος, κατάφερε να φθάσει στις όχθες του ποταμού Νείλου. Εκεί, όμως, ευρέθη μπροστά σε έναν λύκο.
Φοβήθηκε, λοιπόν, και αμέσως σκαρφάλωσε σε ένα δένδρο στις όχθες του ποταμού, γιά να αποφύγει τον λύκο. Ξαφνικά, όμως, βλέπει ένα μεγάλο φίδι, να κρέμεται ανάμεσα στα κλαδιά του δένδρου, ακριβώς από πάνω του. Δίνει λοιπόν έναν σάλτο και πέφτει μέσα στο ποτάμι.
Αποδείχθηκε βέβαια, εκ των υστέρων, ότι τελικά ο μικρός έγραψε την επιστολή σε ένα τετράδιο και ξέχασε να κόψει την σελίδα και να την βάλει στο φάκελο του γράμματος. Έτσι το γράμμα δεν περιείχε τίποτε και προφανώς ο θείος μόλις το παρέλαβε, το εξέλαβε σαν μία πλάκα του μικρού και δεν απάντησε.
<<Είχε έλθη κάποιος στο καλύβι, ο οποίος ήταν πολύ στενοχωρημένος, διότι από απροσεξία είχε κτυπήσει, με το αυτοκίνητό του, ένα παιδάκι.
«Είμαι ένοχος», έλεγε.
«Προσευχόσουν εκείνη την ώρα;», τον ερώτησα.
«Όχι δεν προσευχόμουν», μου είπε.
«Δεν είσαι τόσο ένοχος που κτύπησες το παιδί», του είπα, «όσο είσαι ένοχος, επειδή δεν προσευχόσουν».
Και του ανέφερα ένα άλλο περιστατικό που είχα υπ’ όψιν μου:
Ιερά Λείψανα του Αγίου Χαραλάμπους φυλάσσονται στις κατωτέρω Ιερές Μονές και Ιερούς Ναούς:
<<…Και πρώτον
πρέπει, αδελφοί μου,
να προσέχετε εις
όλα τα νοήματα του Αγίου Ευαγγελίου, διότι
είναι όλα διαμάντια, θησαυρός, χαρά, ευφροσύνη, Ζωή Αιώνιος,
και ασφαλώς εδώ, εις τα Άχραντα Μυστήρια! Ας στοχασθώμεν, λοιπόν, τί έκαμε ο
Χριστός μας. Δεν εφύλαξε μίσος και έχθραν να μη μεταλάβη τον Ιούδαν τον εχθρόν
του, όπως εμετάλαβε και τους άλλους ένδεκα μαθητάς, τους φίλους Του τους
καλούς, έτσι και τον Ιούδαν, τον εχθρόν Του!
Ήτο ένας κληρικός ονομαζόμενος Σαπρίκιος. Ήτο και ένα άλλος ονομαζόμενος Νικηφόρος.
Αυτοί από επήρεια του διαβόλου και διάφορες κακές συγκυρίες εψυχράνθηκαν ο ένας προς τον άλλον και ενώ ήσαν φίλοι, εδημιούργησαν έχθρα μεταξύ τους.
Μίαν ημέραν στέλνει ο Bασιλεύς και παίρνει τον Σαπρίκιον και του λέγει:
“Να αρνηθής τον Χριστόν και να προσκυνήσης τα είδωλα”.
Λέγει τότε ο Σαπρίκιος:
Ο Γέροντας Χαράλαμπος ασθένησε στις 9 Δεκεμβρίου, στην εορτή της Αγίας Άννης. Η κατάσταση της υγείας του ήταν πολύ άσχημη. Μετά από δύο ημέρες μεταφέρθηκε στο παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Γέροντας πέρασε γενικά δύσκολες ημέρες.
Κατά παραχώρησιν Θεού, την τελευταία ημέρα του, ο Γέροντας ήταν πολύ ευδιάθετος και είχε όρεξη γιά φαγητό, ενώ τις προηγούμενες ημέρες, του δίναμε με τη βία να φάει, γιά να παίρνει τα πολλά φάρμακά του. Την περισσότερη ημέρα μάλιστα την πέρασε στην πολυθρόνα και αργά το βράδυ τον βάλαμε να κατακλιθή.
Λίγο πριν τα μεσάνυκτα, ο διακονητής αδελφός που αγρυπνούσε κοντά του, διαπίστωσε ότι, ο Γέροντας δεν κοιμόταν, αλλά φαινόταν να συνομιλεί με κάποιον, ψιθυρίζοντας και κουνώντας τα χέρια. Κάποια στιγμή ο Γέροντας έβγαλε ένα δυνατό επιφώνημα. Ο αδελφός έτρεξε και ερώτησε τί συμβαίνει. Μετά από μεγάλη καθυστέρηση του απάντησε ο Γέροντας, δίνοντας την αίσθηση ότι ευρισκόταν κάπου αλλού.
«Γέροντα, πονάς πουθενά, θέλεις τίποτε;», τον ξαναρώτησε ο αδελφός.
«Όχι, όχι, καλά είμαι. Σε φώναξε κανένας;», ερώτησε τώρα ο Γέροντας.
Και ο αδελφός γεμάτος απορία είπε:
«Καλά, Γέροντα, κοιμήσου, ξεκουράσου».
Φίλησε το χέρι του Γέροντα και εκείνος τον ευλόγησε γιά τελευταία φορά.
<<Χθες βράδυ, την ώρα που πήγαινα στον Ναό γιά την αγρυπνία, είδα σε μία άκρη κάποιο πατέρα με ένα παιδάκι σε αναπηρικό καροτσάκι.
Επλησίασα, αγκάλιασα τον μικρό και τον φίλησα!
«Είσαι ένας άγγελος», του είπα, «το ξέρεις;»!
Κάποτε, ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Αβραάμ Λίνκολν, μιλούσε σε μία συγκέντρωση ψηφοφόρων. Σ’ αυτήν αναφέρθηκε στην εντολή της αγάπης προς φίλους αλλά και εχθρούς.
Ακούγοντας αυτά τα «περίεργα» λόγια, πετάγεται ένας ψηφοφόρος, έντονα ενοχλημένος και λέει στον Πρόεδρο, με αρκετά αναιδή τρόπο:
«Μα πώς είναι δυνατόν, να αγαπάμε τους εχθρούς μας; Αυτούς πρέπει να τους εξαφανίσουμε από προσώπου γης…».
Κάποτε ο ευσεβής βασιλιάς Θεοδόσιος ο Μέγας (347-395), πρόσταξε και έβαλαν τον θρόνο του κοντά στην ακροθαλασσιά. Ύστερα, εκάθησε εκεί και κάλεσε κοντά του, τους άρχοντες και τους αξιωματούχους του παλατιού.
Τότε, είπε δυνατά, γιά να τον ακούσουν όλοι:
«Θάλασσα, με την δύναμη και την εξουσία που έχω, σε διατάζω να μην προχωρήσεις πέρα από τα όριά σου και να μη βρέξεις τον θρόνο μου».
Οι άρχοντες απορούσαν με όσα έβλεπαν και άκουγαν, γιατί δεν καταλάβαιναν τί σκοπό είχε ο βασιλιάς. Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα και ένα δυνατό κύμα ήλθε ξαφνικά και έβρεξε όχι μόνο τον θρόνο, μά και τον ίδιο τον Μέγα Θεοδόσιο τον έκανε μούσκεμα,από το κεφάλι ως τα πόδια.
Τότε ο σοφός βασιλιάς είπε:
«Δυστυχώς, η σημερινή γενεά η πονηρά και διεστραμμένη, η αμαρτωλός και υπερήφανος, της οποίας τα τέκνα, και μεταξύ αυτών και εγώ ο έσχατος πάντων και αμαρτωλότερος πάντων, εξεκλίναμε και εξαχρειωθήκαμε. Εδιώξαμε την ταπείνωση, εδιώξαμε τον Θεό, τον Οποίον με τα χείλη τιμούμε, υμνούμε, οι δε καρδιές μας μακράν Αυτού απέχουν.
Γι᾽ αυτό, περιπατούμε σε δρόμους ανώμαλους, σε κρημνούς, σε τόπους βρωμερούς, ακάθαρτους και σε σκότος διαπορευόμεθα· ο δε Θεός, προς τους σκολιούς, σκολιάς οδούς αποστέλλει. Φροντίζομε τον εξωτερικό άνθρωπο να τον παραστήσουμε ταπεινό, άγιο, όχι και τον εσωτερικό. Ίσως υπάρχουν και μερικοί, ολίγοι, σπάνιοι, δυσεύρετοι ταπεινοί, αλλ᾽ είναι κεκρυμμένοι...
ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Εσένα θα γιορτάσουμε, Μάνα Παναγία,
των μανάδων Μάνα, των παιδιών μας Μάνα!