Δίκαια και σύμφωνα με τη φύση που μας έδωσε ο Θεός, πρέπει να χρησιμοποιούμε τα τρία μέρη της ψυχής μας:
Τον θυμό μας, να τον στρέφουμε εναντίον του αμαρτωλού εαυτού μας και του διαβόλου. «Να οργίζεσθε με την αμαρτία», λέει η Αγία Γραφή! Αυτό σημαίνει, να οργίζεσθε με τον εαυτό σας και με τον διάβολο, γιά να μην αμαρτάνετε στον Θεόν!!
Την επιθυμία μας, πρέπει να την στρέφουμε στον Θεόν και την αρετή!!
«Ο Θεός, πάντοτε επιτρέπει να δοκιμασθή ο άνθρωπος, όσο αντέχει, αλλά προστίθενται και οι κοροϊδίες των ανθρώπων, οπότε κάμπτεται η ψυχή από το επί πλέον βάρος και γογγύζει.
Τους τρελλούς, οι άνθρωποι τους αποτρελλαίνουν...
Στην αρχή, η τρέλλα οικονομιέται. Παληά, δεν υπήρχαν ψυχιατρεία και, αν ήταν κανείς τρελλός, τον έκλειναν σε κάποιο δωμάτιο με σιδεριές…
Ήταν μία, Περιστέρω την έλεγαν, που την είχαν κλεισμένη στο σπίτι... Τα παιδιά την πετροβολούσαν και την κορόϊδευαν... Αγρίευε η φουκαριάρα, έπιανε τις σιδεριές, φώναζε και ό,τι έβρισκε μπροστά της το πετούσε έξω… Στην άλλη ζωή, όμως, θα δης η Περιστέρω, να ξεπερνάη πολλές γνωστικές!!
Θυμάμαι και μία άλλη περίπτωση:
Κάποιος λαϊκός αδελφός, ερώτησε τον Άγιο γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη γιά την ευχή, και Αυτός του είπε τα εξής:
«Αφιέρωσε μισή ώρα το εικοσιτετράωρο, γιά να λες την ευχούλα! Όποτε μπορείς. Καλλίτερα βέβαια το βράδυ. Να την λες χωρίς να κρατάς κομποσχοίνι, ικετευτικά, παρακλητικά, “κλαψιάρικα”!
Λέγε τό: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!»!
Καλλιέργησε αυτό και θα δεις τί καρπό θα έχεις!
Από μισή ώρα, θα γίνει μία ώρα.
Κάποτε, σ’ ένα χωριό, ήταν μιά γιαγιά, που κάθε πρωΐ έβγαινε στο δάσος και μάζευε ξύλα γιά τη φωτιά της, και χορταράκια γιά να φάει. Μία ημέρα, καθώς εγύριζε από το δάσος, φορτωμένη στον ώμο τα ξύλα και στην ποδιά της τα χόρτα, στο δρόμο συναντάει τον Χάροντα.
«Γειά και χαρά σου, Χάροντα», του λέει η γιαγιά ατάραχη, «γιά πού το έβαλες;».
«Γιά του λόγου σου...», της απαντά ο Χάροντας. «Άντε, ετοιμάσου να σε πάρω...».
«Να πάω σπίτι πρώτα, να ξεφορτώσω και να ετοιμασθώ γιά το ταξίδι. Αλλά, γιά να ‘χω καλό ρώτημα, σαν πώς θέλεις να ετοιμασθώ;», του λέει η γιαγιά.
«Όπως θέλεις εσύ», απαντάει ο Χάροντας.
Τότε η γιαγιά πηγαίνει στο σπίτι, ανάβει το τζάκι και βάζει να βράσει τα χόρτα. Ύστερα, έπιασε να ζυμώσει ψωμιά, έφτιαξε και κουλούρια γιά συγχώρεση. Ύστερα, έστρωσε τραπέζι και περίμενε να ψηθούν τα ψωμιά και τα χόρτα.
Τότε ξαναπαρουσιάζεται o Χάροντας και την ερωτάει:
«Ε, ετοιμάσθηκες θειά;».
«Περιμένω να βράσουν τα χόρτα, να ξεφουρνίσω το ψωμί και να φάμε. Δεν κάθεσαι και του λόγου σου να φας μαζί μου;».
«Μα… Δεν μου έχεις κακία θειά, που θα σου πάρω την ψυχή;».
Την Τρίτη, της πέμπτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής του 1858, η μοναχή του Ντιβέγιεβο Ευδοκία μαζί με άλλες αδελφές, γέμιζε με πάγο ένα πελώριο λάκκο που είχε βάθος τρία μέτρα. Απροσδόκητα, γλίστρησε και έπεσε μέσα στον λάκκο, όπου υπήρχαν μεγάλα και αιχμηρά κομμάτια πάγου. Από την ισχυρή αυτή πτώση, δεν πρόλαβε ούτε κραυγή πόνου να αφήσει... Με μεγάλη προσπάθεια την ανέσυραν, λιπόθυμη. Βλέποντας ότι ήταν ακόμη ζωντανή, κάλεσαν τον γιατρό από το χωριό, γιά να της δώσει τις πρώτες βοήθειες...
Ανώτερος δικαστικός, γνωστός από πολλά χρόνια του Γέροντος, μου διηγήθηκε το εξής:
Ένας Ορθόδοξος, επηρεασμένος αρκετά από τον Οικουμενισμό, είπε στον Γέροντα Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο:
«Πάτερ μου, εμείς οι Ορθόδοξοι καλό είναι να χαμηλώνουμε λίγο τον τόνο μας. Να μη λέμε ό,τι θέλουμε. Ότι τάχα εμείς δεν αλλάξαμε τίποτε στην Εκκλησία, ότι διατηρούμε γνήσια την αρχαία παράδοση και ότι μόνο οι ετερόδοξοι έχουν αλλάξει. Έχουν αλλάξει πιο πολλά, από εμάς, δεν λέω. Αλλά και εμείς έχουμε αλλάξει...».
«Τί πράγμα έχουμε αλλάξει;», λέγει ο Γέροντας.
«Ε, πώς δεν έχουμε;» επέμενε ο άλλος.
«Είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία όπως ήταν η Εκκλησία στην εποχή των Αποστόλων; Η αρχαία παράδοση έχει υποστή αλλοιώσεις και στην Ορθόδοξη Εκκλησία».
«Όχι γενικότητες και αοριστίες», παρατήρησε ο Γέροντας και πρόσθεσε:
<<Τον παλαιόν καιρόν ήτο ένας άνθρωπος ονομαζόμενος Ιωακείμ, είχε δε και μίαν γυναίκα ονομαζομένην Άνναν. Καλός και ο άνδρας καλή και η γυναίκα, και από γένος βασιλικόν και οι δύο, αλλά η γυναίκα ήτο καλλιτέρα! Πολλές γυναίκες ευρίσκονται εις τον κόσμον, οπού είναι καλλίτερες από τους άνδρας. Τί σε ωφελεί να καυχάσαι πως είσαι άνδρας, και να είσαι χειρότερος από την γυναίκα και να πηγαίνης εις την κόλασιν και να καίεσαι πάντοτε, και η γυναίκα σου να πηγαίνη εις τον Παράδεισον και να χαίρεται πάντοτε;;
Ήσαν δε, αδελφοί μου, ο Ιωακείμ και η Άννα άνθρωποι ευλαβείς, σώφρονες, ενάρετοι, ταπεινοί. Είχαν τον οίκον των ξενοδοχείον, αλλά παιδιά δεν έκαμνον. Γνωρίζοντες πως ο Πανάγαθος Θεός δίδει όλα τα αγαθά, Τόν παρεκάλουν να τους δώση ένα τέκνον, αρσενικόν ή θηλυκόν, και να το αφιερώσουν εις τον Ναόν. Βλέπων ο Πανάγαθος την καλήν γνώμην και των δύο, ευθύς έμεινεν έγγυος η γυναίκα του Ιωακείμ και εγέννησε την Δέσποιναν Θεοτόκον, την Βασίλισσάν μας!!
«Προσπαθήστε να προοδεύετε στην εσωτερική καρδιακή επιστήμη, στην επιστήμη δηλαδή:
- Της αγάπης!
- Της πίστεως!
- Της προσευχής!
- Της πραότητος!
- Της ταπεινοφροσύνης!
Ερώτησις πατρός, κόρης φιλομονάχου:
«Γιατί, πάτερ Ιωήλ, προτρέπεις τα κορίτσια μας να γίνουν καλογρηές;»
«Εγώ δεν προτρέπω, αλλά και δεν εμποδίζω. Πόθους Μοναχικούς εγώ ούτε ανάβω ούτε σβήνω. Δεν ανάβω, διότι δεν ημπορώ. Μόνον το Πνεύμα το Άγιον ημπορεί να κάνη κάτι τέτοιο! Δεν σβήνω, διότι δεν πρέπει! Ποιός είμαι εγώ, διά να σβήσω τις φλόγες που ανάβει ο Θεός;;;».
(Και επανήλθεν ο πατήρ της κόρης:)
«Θα σου το πω, παιδί μου, γιά να ενισχυθής στην πίστη ότι ο Κύριος δεν εγκαταλείπει τους δικούς του, όταν αυτοί με απόλυτη εμπιστοσύνη στη στοργική Θεία Πρόνοιά Του, αφήνουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους, στα Χέρια Του!»!!
Με τούτα τα λόγια άρχισε ο πατήρ Ιωάννης να διηγείται σε πνευματικό του παιδί ένα περιστατικό από την ιερατική του ζωή και διακονία, όταν νέος ακόμα Αρχιμανδρίτης γυρνούσε τα χωριά του Θεσσαλικού κάμπου, ως ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως:
«Πάνε χρόνια τώρα, αλλά το γεγονός αυτό δεν είναι δυνατόν να σβήσει μέσα μου. Είναι κάτι που θα το θυμούμαι σ’ όλη μου τη ζωή»!
Κι άρχισε να διηγείται:
<<Ήταν Κυριακή, Νοέμβρης μήνας, αν θυμάμαι καλά. Από τη Μητρόπολη μ’ έστειλαν να λειτουργήσω σ’ ένα ημιορεινό χωριό, κάπου στους πρόποδες του Κισσάβου. Ήξερα ότι εκεί εφημέριος είναι ένας πολύ ευσεβής ιερεύς, ο π. Εμμανουήλ. Τον έβλεπα κάπου-κάπου στις ιερατικές μας συνάξεις. Διακρινόταν γιά τη σεμνότητα και ευλάβειά του! Ήταν και πολύτεκνος οικογενειάρχης με πέντε παιδιά!
Έφθασα σχεδόν αχάραγα στο χωριό. Ο Ναός ήταν ανοικτός και ο π. Εμμανουήλ άναβε τα κανδήλια. Πώς έκανε που με είδε!
«Καλώς ήλθες, πάτερ μου, στο χωριό μας. Σήμερα θα ’χουμε Πατριαρχική Λειτουργία με την παρουσία σου!».
Το ’λεγε, και το πρόσωπό του φωτιζόταν.
Τί άνθρωπος!
Ζούσε κάποτε
ένας τελώνης που
ονομαζόταν Πέτρος, ήταν πλούσιος
πολύ, αλλά και πολύ άσπλαγχνος. Μ’ αυτόν τον πλούσιο συνέβη το εξής θαυμαστό
περιστατικό:
«Ήταν χειμώνας. Μερικοί ζητιάνοι, καθησμένοι σ’ ένα σοκάκι, “διασκέδαζαν” την πείνα τους… Ξαφνικά, πετάγεται ένας θερμόαιμος και βάζει στοίχημα πώς θα κατάφερνε τον Πέτρο, να του δώσει ελεημοσύνη.
Πήγε λοιπόν στην πόρτα του και τον περίμενε.
Μόλις ήλθε ο Πέτρος, έτυχε να έλθη συγχρόνως και ο φούρναρης μ’ ένα κοφίνι με ψωμιά. Ο πτωχός ζήτησε ελεημοσύνη, αλλά ο πλούσιος Πέτρος τον έδιωξε. Εκείνος όμως δεν έφευγε, αλλά συνέχιζε με επιμονή να ζητά ελεημοσύνη. Μέχρι που θύμωσε ο Πέτρος και μη βρίσκοντας κάτι πρόχειρο, του πέταξε ένα ψωμί γιά να τον κτυπήσει… Ο ζητιάνος αυτό περίμενε. Αρπάζει το καρβέλι και εξαφανίζεται.
<<Ο Χριστός, μας παρέδωσε τον λόγο που έλαβε από τον Επουράνιο Πατέρα Του (Ιωάνν. ΙΖ΄14΄)!!!
Παρομοίωσε τον Εαυτό Του με βράχο, πάνω στον οποίο θα θραύωνται όλοι όσοι επιπίπτουν σ’ αυτόν και θα συντριβούν εκείνοι στους οποίους αυτός ο βράχος θα επιπέσει (Ματθ. ΚΑ΄44΄)!!!
Τί συμβαίνει τότε;
Είμασθε εμείς που έχομε επιπέσει σ’ αυτόν τον τεράστιο και θαυμαστό λίθο ή ο λίθος επέπεσε σ’ εμάς;
Δεν γνωρίζομε.
Αυτό όμως που συμβαίνει σίγουρα, είναι ότι, ευρισκόμασθε σ’ ένα κόσμο πραγματικοτήτων, των οποίων την ύπαρξι δεν υποπτευόμασθε καν εκ των προτέρων. Τον παλαιό καιρό, όταν η ζωή γιά τους πολλούς κυλούσε στους ευρείς διαύλους μιάς σταθερής παραδόσεως, ο Λόγος του Χριστού εμφανιζόταν αδιατάρακτος!
«Στα πνευματικά πράγματα δεν χάνεται τίποτε!
Ένας στεναγμός, μιά προσευχή, κάποιο δάκρυ, ένας καλός λόγος προς κάθε άνθρωπο, θα έλθη η στιγμή να καρποφορήση!
Δεν ξέρουμε πότε!
«Το 1919, η Ιερά Μονή του Αγίου Σεργίου στην Ρωσία, δοκιμάσθηκε από στέρησι και πείνα. Δεν είχαν ούτε ψωμί...
Στις 16 Νοεμβρίου του 1919, μία γερόντισσα από τα γύρω χωριά, η Νίνα Στεφάνοβνα Αριστόβα, ζήτησε να δη τον ηγούμενο. Ο ηγούμενος, αρχιμανδρίτης Κρονίδης, την δέχθηκε αμέσως. Και εκείνη του εξήγησε ότι, έμαθε τη στέρησί τους, και τους έφερε ό,τι μπορούσε, ψωμί, ζάχαρη, καφέ…!
Ταράχθηκε ο ηγούμενος βλέποντας τη γνωστή του πτωχή γυναίκα, να γεμίζη ένα τραπέζι με αγαθά!
Και της είπε:
Ένας ανθρωπολόγος, πρότεινε σε μία παρέα παιδιών, κάποιου χωριού της Αφρικανικής Ηπείρου, να παίξουν το εξής παιγνίδι:
Έβαλε ένα καλάθι γεμάτο γλυκά και ώριμα φρούτα δίπλα σε ένα δένδρο και είπε στα παιδιά, ότι όποιος κατάφερνε να φθάσει πρώτος στο δένδρο θα λάμβανε ως βραβείο όλο το καλάθι με τα φρούτα.
Εκείνα, αμέσως, δέχθηκαν με χαρά να παίξουν, κοιτώντας με λαχτάρα τα φρούτα.
Πάνε κάποια χρόνια πριν, όταν ένας φοιτητής, ο Θανάσης, ήταν στο πτυχίο μιάς δύσκολης Σχολής του Πανεπιστημίου. Είχε γιά διαφόρους προσωπικούς λόγους, καθυστερήσει να πάρει πτυχίο, συγχρόνως όμως είχε αρραβωνιασθή, με σκοπό γρήγορα να νυμφευθή. Η καθυστέρηση του πτυχίου είχε δημιουργήσει στενοχώρια, τόσο στους γονείς του και στην αρραβωνιαστικιά του, αλλά και στους αγαπημένους φίλους του.
Έτσι, μία μέρα ξεκίνησε να πάει στον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, γιά να του ζητήσει τη γνώμη του, αν δηλαδή πρέπει να διακόψει τη Σχολή, αφού δεν μπόρεσε να τελειώσει, και να πιάσει δουλειά εν όψει του γάμου του ή να συνεχίσει και να δώσει εκείνο το δύσκολο μάθημα του απαιτητικού και δύστροπου Καθηγητή.
Ο Παππούλης ήταν κάθετος λέγοντας του:
«Βεβαίως να δώσεις το μάθημα και αφού εσύ πιά δεν μπορείς να κάνεις ως άνθρωπος κάτι, θα σε βοηθήσουμε εμείς!». Πάντα ο Παππούλης χρησιμοποιούσε τον πληθυντικό. Μίλησαν και γιά άλλα θέματα προσωπικά, και του έδωσε πολύ κουράγιο και δύναμη, γιά να συνεχίσει τον αγώνα του, υποσχόμενος ότι θα προσευχηθή γι’ αυτόν!
Ο Θανάσης, επέστρεψε όλο χαρά και δύναμη στη πόλη που σπούδαζε και έβαλε τα δυνατά του να διαβάσει και, με βεβαία την ελπίδα και με την ευχή του Γέροντα, πήγε να γράψει.
Τέκνον ευσεβούς -και επιφανούς πως- οικογενείας, μεμορφωμένον και κατέχον προσοδοφόρον θέσιν, ήθελε να μεταβή εις Μοναστήριον. Η οικογένεια αντέδρασε σφοδρότατα. Έγραψαν δε (διότι δεν πρόκειται περί οικογενείας κατοικούσης εν Καλάμαις) και εις τον π. Ιωήλ, και παρεκάλουν αυτόν όπως, δι’ επιστολής αυτού, αποτρέψη το σχεδιαζόμενον. «Είνε κρίμα», έγραφον, «να εγκαταλείψη τα εγκόσμια ένας άνθρωπος ε π ι τ υ χ η μ έ ν ο ς εις την ζωήν».
Η απάντησις του π. Ιωήλ:
Ένας κρεοπώλης, πήγε στην στάνη ενός τσοπάνου και αγόρασε κάποια αρνιά του. Με επιτηδειότητα, όμως, πέταξε αζύγιαστα προς το μέρος του δύο αρνιά, χωρίς να το αντιληφθή ο βοσκός.
Όταν γύρισε ο κρεοπώλης στο Ληξούρι, έρχεται ο παπά-Παναγής ο Μπασιάς και του λέει:
Ο τότε Επίσκοπος Κεφαλληνίας, από το απόγευμα ετοιμαζόταν να πάη την επομένη στο Ληξούρι να συναντήση τον παπά-Μπασιά, να συζητήση μαζί του, αλλά και να εξομολογηθή. Είπε λοιπόν στον συνοδό του:
«Πρωΐ-πρωΐ, να ευρίσκεσαι στην Μητρόπολη, διότι θα πάμε κάπου», χωρίς να του προσδιορίση τον προορισμό τους.
<<Το καλοκαίρι του 1963 εκοιμήθη η μητέρα μας, ύστερα από μακροχρόνια και επώδυνη ασθένεια. Ήμουν τότε 15 χρόνων. Η κηδεία έγινε στο χωριό μας. Λόγω των γνωριμιών του πατέρα μας, του αδελφού μας (π. Επιφανίου) και της αδελφής μας Φωτεινής, ο αριθμός των προσώπων που ήλθαν στην κηδεία, ήταν πολύ μεγάλος. Με έβαλαν κι εμένα στη σειρά γιά συλλυπητήρια. Η συνήθης ευχή των παρευρισκομένων προς εμένα ήταν:
«Ο Θεός είναι μεγάλος... Υπομονή παιδάκι μου!».
Σήμερα, που είμαι 59 ετών, και με τόσες εμπειρίες στη ζωή, η ευχή αυτή είναι σημαντική, αξιόλογη και ουσιαστική. Γιά ένα παιδί όμως, 15 ετών, η ευχή αυτή, ακουγόταν πολύ μακρινή και άπιαστη, και δεν ανακούφιζε την ψυχή μου, που είχε ανάγκη από κάποια χειροπιαστή ένδειξη αγάπης. Κοίταζα αμήχανα δίπλα μου το χώμα, που είχε σκεπάσει τη μητέρα μου κι ένα πελώριο, «Γιατί Θεέ μου;» με είχε κυριεύσει.
Όταν πήγαμε σπίτι μας και μείναμε παρέα με λίγους στενούς συγγενείς, η μακαριστή θεία Αλεξάνδρα με πήρε από το χέρι, με ωδήγησε σε μία γωνία του σπιτιού, μακριά απ’ όλους και μου είπε τα παρακάτω λόγια, που θα τα θυμάμαι μέχρι το τέλος της ζωής μου:
<<Όλοι οι άνθρωποι από ένα άνδρα και μίαν γυναίκα εγεννήθημεν, και όλοι είμεθα αδελφοί! Ο διάβολος, αδελφοί μου, ο μισόκαλος εχθρός μας, βλέποντας τον κόσμον πως πληθαίνει, εφθόνησε και εβουλήθη να εξολοθρεύση τον κόσμον και έβαλε μίσος εις την καρδίαν των ανθρώπων, να μισούν αλλήλους και να μη υπανδρεύωνται και γεννώσι τέκνα και αυξάνη ο κόσμος. Και έριψε τους ανθρώπους εις αρσενοκοιτίας, κτηνοβασίας και άλλα αισχρά, οπού δεν τα έκαμνον ούτε τα άλογα ζώα…
Βλέπων ο Πανάγαθος Θεός, πως ο μισόκαλος διάβολος έβαλε σκοπόν να τελειώση τον Κόσμον, παρήγγειλεν ότι, όποιος δεν κάμνει παιδιά να είναι κατηραμένος.
Και από τότε υπανδρεύοντο και έπαιρνον γυναίκας.
Άκουσε και συ, αδελφέ μου, οπού δεν κάμνεις παιδιά.
Νομίζεις ότι έχεις κατάρα;;
«Αγάπη είναι, να ακούσεις με πόνο την στενοχώρια του άλλου!
Αγάπη είναι, και ένα βλέμμα πονεμένο και ένας λόγος που θα πεις με πόνο στον άλλον, όταν αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία!
Αγάπη είναι, να συμμερισθής τη λύπη του άλλου και να τον αναπαύσεις στη δυσκολία του!
Αγάπη επίσης είναι, να σηκώσεις έναν βαρύ λόγο που κάποιος θα σου πει!
«…Επειδή δεν γνωρίζομεν ούτε την ώραν, ούτε την στιγμήν κατά την οποίαν θα μας καλέση ο Κύριος, πρέπει η ζωή μας να είναι όσο το δυνατόν ειρηνική, επειδή θα μας κρίνη ο Κύριος, όπως μας εύρη την τελευταίαν στιγμήν του βίου μας: “Όπου εύρω σε, ούτω και κρινώ σε”!
Ο Κύριος αναπαύεται εις τους ταπεινούς, τους πράους και ειρηνικούς!
Ήσαν δύο φίλοι, πολύ αγαπημένοι. Κάθε βράδυ έκαναν παρέα και συζητούσαν με τις ώρες, καθήμενοι σε δυό σκαμνιά. Κάποτε ο ένας από αυτούς, κατάφερε και αναρριχήθηκε στην εξουσία, καταλαμβάνοντας μία μεγάλη θέση στο δημόσιο τομέα.
Από τότε, όμως, που ανέλαβε το αξίωμα αυτό, ξέχασε τον καλό του φίλο. Δεν του έδινε πλέον καμμία σημασία, παρότι ο φίλος του επιχειρούσε αρκετές φορές να τον συναντήση…