Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021

ΕΠΙ ΤΗ 200ΕΤΙΑ, ΑΠΟ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1821

  Β΄ΜΕΡΟΣ – ΟΜΙΛΙΑ

ΑΛΗΘΕΙΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ, ΕΙΣ ΤΟ ΔΟΥΛΟΝ ΓΕΝΟΣ!!

Το Ελληνικόν Έθνος, κατά την απέραντον και ζοφεράν νύκτα της δουλείας, ου μόνον διετήρησεν ακμαίαν την περί αναγεννήσεως και πλήρους αυτού αποκαταστάσεως πίστιν του, αλλά διέσωσεν αλώβητον και την ιδέαν της ενότητός του.

Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία υπήρξε προπάντων η ιερά κιβωτός, ένθα προσέφυγε και θαυμασίως διεσώθη από της πλημμύρας των αλλοφύλων το αίσθημα της Εθνότητος. Επειδή δε ορατή κεφαλή της Εκκλησίας ταύτης υπήρχεν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, επόμενον ήτο να θεωρήται ούτος ως πατήρ και ως ηγέτης της φυλής απάσης.

Κατά την έναρξιν του ιερού αγώνος κατείχε τον Πατριαρχικόν θρόνον Γρηγόριος ο Ε΄, όστις ως ανώτατος πνευματικός Άρχων των απανταχού Ελλήνων, εκράτει ανά χείρας πάντα τα μυστηριώδη νήματα της μεγάλης Ελληνικής συνωμοσίας και διετέλει εν πλήρη γνώσει των ακαταπαύστων και ακατανοήτων εκείνων ενεργειών, δι’ ών οι Φιλικοί ωργάνιζον και προπαρασκεύαζον την επανάστασιν.

Δοθέντος του συνθήματος και μόλις κροτήσαντος του πρώτου πυροβόλου, η Οθωμανική αρχή θέλουσα δι’ ενός φοβερού κτυπήματος ή να καρατομήση αμέσως τον αγώνα ή να εμπνεύση εις τους πρωταθλητάς αυτού τοιούτον τρόμον ώστε να παραλύση την πρώτην ακατάσχετον ορμήν του, ανενδοιάστως συνέλαβε κατά την ημέραν της Αναστάσεως τον Πατριάρχην, και μετά μυρίας ηθικάς και φυσικάς βασάνους απηγχόνισεν αυτόν επί παρουσία των μεγάλων Χριστιανικών της Ευρώπης Δυνάμεων, ποταπώς τότε και ανάνδρως περιποιούμενων τον ηγεμονεύοντα Μαχμούτ, λάθρα δε υποδαυλιζουσών ίσως και την καθ΄ ημών λύσσαν του.

Το ιερόν λείψανον του μεγάλου της Ελλάδος εθνομάρτυρος έμεινε τρεις όλας ημέρας κρεμάμενον επί της αγχόνης, ύστερον δε παρεδόθη εις χείρας του μαινομένου όχλου των δημίων, και διασυρθέν καθ’ όλας τας ρύμας και τας αγυιάς του Βυζαντίου, ως τι θνησιμαίον ανάξιον ενταφιασμού ερρίφθη εις τα βάθη του Βοσπόρου. Αλλ’ ο Θεός ο Ύψιστος παρέλαβεν αυτό εκ των κόλπων της θαλάσσης και το διεπιστεύθη εις χείρας της ορθοδόξου της Ρωσσίας, ήτις απέδωκεν αυτώ τιμάς αυτοκρατορικάς και λατρείαν ανάλογον προς τον τερατώδη όγκον του διαπραχθέντος στυγερού κακουργήματος και της υψηλής θέσεως, ήν κατείχεν εν των πληρώματι της Εκκλησίας ο απαγχονισθείς Ποιμενάρχης.

Ως αληθή και πραγματικόν άρχοντα του Ελληνικού Έθνους εθεώρησε λοιπόν τότε η Οθωμανική αρχή τον αοίδιμον Πατριάρχην, και εκ της πεποιθήσεως ταύτης ορμωμένη, εφαντάσθη ότι, αποκοπτομένης της κεφαλής, νεκρά θα κατέπιπτον και τα λοιπά μέλη του εθνικού οργανισμού. Αι δε τελεσθείσαι ανοσιουργίαι επί του μαρτυρικού λειψάνου ουδέν άλλο εσήμαινον ει μη κολαφισμούς και ύβρεις κατά του προσώπου της Ελλάδος.

Η εντύπωσις, ήν παρήγαγεν επί της ψυχής των μαχομένων Ελλήνων η απάγχόνισις του αρχηγού της ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, υπήρξε τρομερά. Έπεσαν καταγής από των χειρών των γενναιοτέρων πολεμιστών παράλυτα τα όπλα και θρήνος μέγας και κοπετός απερίγραπτος εξερράγη από των σπλάχνων του Ελληνισμού. Αλλ’ ευθύς μετά ταύτα άσβεστος δίψα εκδικήσεως και η κοινή συναίσθησις, ότι η μεγάλη και αγία ψυχή του Γρηγορίου είχε κατοικήσει εν τη καρδία των υπέρ πίστεως και πατρίδος μαχομένων, ανεζωογόνησε τον αγώνα και έδωκεν εις αυτόν χαρακτήρα ωρισμένον και αμετάτρεπτον. Ιδού διατί εν τω επομένω στιχουργήματι τα σπουδαιότερα άθλα της επαναστάσεως και η ακαταμάχητος καρτερία του γένους εν ταις συμφοραίς παρίστανται ως ακτίνες φωτοβόλοι, εκπεμπόμεναι από της αγχόνης του μεγαλομάρτυρος Πατριάρχου ως από μυστηριώδους και ακοιμήτου φλογός.

Αλλά μετά την κατάρτισην του Ελληνικού Βασιλείου (κρίμασιν οις οίδε Κύριος!) η ψυχή του Ελληνισμού, ως αν ήθελεν απροσδοκήτως απολιθωθή, έμεινεν αδρανής. Ο όρκος των Φιλικών ελησμονήθη και κατ’ ολίγον εσβέσθη η εκ του μαρτυρίου του Πατριάρχου προκύψασα εντύπωσις και ο εξ αυτής γεννηθείς εν τη καρδία του Έθνους πόθος αιωνίας εκδικήσεως.

Του απαισίου τούτου ψυχικού ληθάργου πιστήν εκπροσώπευσιν εθεώρησα τον ανδριάντα του αοιδίμου Γρηγορίου, αλλά συνάμα εξέλαβον αυτόν και ως σύμβολον μελλούσης αναστάσεως. Ηθέλησα δε πιστώς υπείκων εις τας δοξασίας μου να διακηρύξω και πάλιν, ότι ούτε η απελευθέρωσις μικράς τινος γωνίας της Ελληνικής γης, ούτε αι καλλοναί της πρωτεούσης, ούτε τα θυμιάματα ημών των μεταγενεστέρων, δύνανται να εξυπνήσωσι την κοιμωμένην ψυχήν του Ελληνισμού, και ότι μόνον διά των αυτών εκείνων ενεργειών και παθημάτων, δι’ ών πέπρωται να προκόπτη πας αγών αφορών εις την πλήρη αποκατάστασιν μιας φυλής, θα κατορθώσωμεν και ημείς ν’ ανακτήσωμεν την κληρονομίαν των πατέρων μας.

Αυτή είναι η κυρία ιδέα η απ’ αρχής μέχρι τέλους εμπνέουσα το στιχούργημά μου.

Προσκληθείς υπό του πρυτάνεως του Εθνικού Πανεπιστημίου Κυρίου Καστόρχη, του και συντελέσαντος μεγάλως διά των ακαμάτων αυτού προσπαθειών εις την ανακομιδήν του ιερού λειψάνου, να προσφωνήσω διά στιχουργήματος τον ανδριάντα, ον εδωρήσατο ημίν ο ακραιφνής πατριωτισμός του ημετέρου Αβέρωφ, ομολογώ ότι εδίστασα ν’ αποδεχθώ ου μόνον διότι μ’ εφόβιζεν η ευρύτης και το ύψος του θέματος, αλλά και διότι, κακή τύχη, ιδέαι τινές, και τοι φιλοστόργως διαθρέψασαι το έθνος επί μακρούς αιώνας, θεωρούνται σήμερον ως ληρήματα κενά και ως καπνοί ποιητικοί, εξερχόμενοι του εγκεφάλου ολίγων φαντασιοκόπων, ή πηγάζοντες εκ των κερδοσκοπικών διαθέσεων πολιτικών ραδιούργων.

Άλλως τε και πώς να περικλείση τις το μεγαλείον μιας αποθεώσεως και την δόξαν πολυετούς αγώνος εντός του στενωτάτου χώρου ενός ύμνου, ή ενός διθυράμβου;

Και όμως εδέχθην την τιμήν και το βάρος τοιαύτης προσφωνήσεως εν τη πεποιθήσει ότι, δοξασίαι τινές πρέπει να εκδηλώνονται και να διακηρύσσωνται πολύ περισσότερον όταν διώκωνται και χλευάζωνται, παρ’ όταν, μεταβαλλόμεναι εις κοινήν πεποίθησιν και εις καθολικήν πίστιν, ουδεμίαν έχωσιν ανάγκην υποστηρίξεως.

Την υψηλήν ταύτην εντολήν έχει και σήμερον η Ελληνική ποίησις, θέλει δε εκπληρώσει αυτήν μένουσα πιστώς προσκεκολλημένη εις τας αρχαίας εθνικάς παραδόσεις, και μετά θρησκευτικής αφοσιώσεως αναμιμνήσκουσα πάντοτε εις όσους θέλουσι να την ακούσωσιν, ότι αφέθη ατελείωτον το έργον των πατέρων μας και ότι πρέπει να συμπληρωθή.

 

Εν Αθήναις, τη 25 Μαρτίου 1872.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ