Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2019

Ο ΣΤΑΛΙΝ, Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΠΑΤΕΡΟΥΛΗΣ.


Η ιστορία της Svetlana Allilouieva, αγαπημένης κόρης του Στάλιν που δραπέτευσε από τη Μόσχα και πέθανε απομονωμένη στις ΗΠΑ.
Η Svetlana Allilouieva γεννήθηκε ως Svetlana Iosifovna Stalina στη Μόσχα στις 28 Φεβρουαρίου του 1926 και πέθανε ως Lara Peters στις 22 Νοεμβρίου του 2011 στο Ουισκόνσιν των ΗΠΑ. Ήταν κόρη του Ιωσήφ Στάλιν και της Nadejda Allilouieva και μητέρα του Ιωσήφ, της Iekaterina και της Olga. Όταν πέθανε οι New York Times έγραψαν ότι έζησε μία ζωή σαν ρωσικό μυθιστόρημα και πέθανε ανώνυμη μέσα στη μιζέρια.


Η φυγή.
Η κοκκινομάλλα Svetlana τον Οκτώβριο του 1966 μπήκε για πρώτη φορά σε ένα αεροπλάνο που ταξίδευε εκτός Σοβιετικής Ένωσης. Της είχε δοθεί άδεια για να ταξιδέψει στην Ινδία να μεταφέρει εκεί, στην πατρίδα του, την τέφρα του συντρόφου της που είχε πεθάνει πριν λίγο. Ο Brajesh Singh ήταν δημοσιογράφος, ζούσαν ήδη μαζί καιρό και είχαν ετοιμάσει τα χαρτιά τους για να παντρευτούν. Παρόλο που και ο ίδιος ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, το κόμμα δεν ενέκρινε τη σχέση της με αυτόν και δεν συμφωνούσε με τον επικείμενο γάμο τους. Τελικά τους πρόλαβε όλους ο θάνατος. Που στη Svetlana χάρισε μία νέα ζωή, σχεδόν από την αρχή. 
Αφού τακτοποίησε ότι είχε να τακτοποιήσει εκεί, γνώρισε την οικογένειά του συντρόφου της και περιπλανήθηκε («το ταξίδι αυτό με άλλαξε για πάντα και όσα έμαθα στην Ινδία καθόρισαν τον χαρακτήρα μου», θα πει αργότερα), ήρθε η ώρα της επιστροφής. Στις 8 Μαρτίου 1967 ήταν υπολογισμένη η επιστροφή της στην Μόσχα. Δύο μέρες πριν όμως ετοίμασε μία βαλίτσα και πήγε στην αμερικάνικη πρεσβεία στο Νέο Δελχί για να ζητήσει πολιτικό άσυλο. Είχε προηγηθεί μία άλλη επίσκεψη, αυτή στη σοβιετική πρεσβεία. Εκεί ζήτησε να μείνει έναν ακόμα χρόνο στην Ινδία. Ο πρέσβης της απάντησε ότι πρέπει να το ξεχάσει και να επιστρέψει αμέσως στο σπίτι της. Οι αμερικανοί διπλωμάτες που δεν είχαν καν πάρει χαμπάρι ότι βρίσκονταν στην Ινδία τόσο καιρό τα έχασαν αλλά αποφάσισαν να δράσουν αμέσως πριν αντιδράσουν οι σοβιετικοί. Το ίδιο κιόλας βράδυ μπαίνει στο πρώτο αεροπλάνο που έφευγε και αυτό έτυχε να πηγαίνει στη Ρώμη. Λίγες μέρες αργότερα την μετέφεραν στην Γενεύη.
Κι όμως στις 8 Μαρτίου δύο νεαρά παιδιά την περιμένουν στο αεροδρόμιο της Μόσχας. Είναι τα παιδιά της, ο Ιωσήφ που είναι 21 ετών και η Iekaterina που είναι μόλις 16. Φεύγουν άπραγοι μετά από κάποιες ώρες και τρεις μέρες αργότερα λαμβάνουν ένα γράμμα από τη μητέρα τους. Εκεί τους λέει ότι ο κομμουνισμός κατέρρευσε όχι μόνο οικονομικά μα και ηθικά και δεν μπορεί πια η ίδια να ζήσει στη Σοβιετική Ένωση. Ζητάει από τον γιο της να σπουδάσει ιατρική και από την κόρη της να ασχοληθεί με μία επιστήμη. Τους ζητάει να έχουν ειρήνη στις καρδιές τους και τους εξηγεί ότι η ίδια κάνει ότι της επιβάλει η συνείδησή της. Ο γιος της, απαντάει λίγες εβδομάδες μετά ότι με την επιλογή της αποκόπτεται τελείως από τα παιδιά της και ότι μετά από όσα έκανε, κάθε συμβουλή που τους στέλνει είναι παράδοξη.

Η Νέα Υόρκη.
Στις 21 Απριλίου του 1967 η Svetlana κατεβαίνει την σκάλα του ελβετικού αεροπλάνου της Swissair στο αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης με ένα σικάτο λευκό παλτό. Κάτω την περιμένουν δημοσιογράφοι και φωτογράφοι και η ίδια τους χαιρετάει λέγοντας «Καλημέρα σε όλους! Είμαι πολύ χαρούμενη που είμαι εδώ».

Τα μίντια την λατρεύουν, την ονομάζουν «πριγκίπισσα του Κρεμλίνου» και την κάνουν αμέσως διάσημη. Είναι άλλωστε η μόνη ζωντανή από την οικογένεια του Στάλιν. Ο ίδιος έχει πεθάνει, η γυναίκα του είχε αυτοκτονήσει και τα δύο αδέρφια της Svetlana είναι επίσης νεκρά. (Ο ένας της αδερφός, ο Yakov είχε πεθάνει στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των ναζί. Θα μπορούσε να είχε σωθεί αν ο πατέρας του είχε δεχτεί να τον ανταλλάξει με έναν Γερμανό στρατηγό που κρατούσε αλλά αρνήθηκε. Ο άλλος της αδερφός, ο Vasily, έζησε μία πολύ προβληματική ζωή και πέθανε από βαρύ αλκοολισμό στα 40 του χρόνια).
Δημοσιογράφοι αποθεώνουν την άνεσή της να μιλάει για την ελευθερία και τις δυνατότητες που ελπίζει να της προσφέρει η Αμερική ενώ βρίσκεται μόλις λίγα λεπτά σε αμερικάνικο έδαφος και ενώ μόλις πριν λίγους μήνες ταξίδεψε για πρώτη φορά εκτός Σοβιετικής Ένωσης, όπως τονίζουν στα ρεπορτάζ τους.  Και όλα αυτά σε άπταιστα αγγλικά φυσικά από την ίδια. Μόνο οι New York Times αφιερώνουν καμιά δεκαριά άρθρα στην άφιξή της και την περιγράφουν ως γοητευτική, αστεία και συμπαθητική. Η ίδια θα γράψει αργότερα ότι το πρώτο πράγμα που της έκανε εντύπωση στις ΗΠΑ ήταν «οι μεγάλοι και υπέροχοι δρόμοι». Λίγες μέρες αργότερα, θα δώσει μία μεγάλη συνέντευξη τύπου στη Νέα Υόρκη και στην ερώτηση δημοσιογράφου αν θα πάρει την αμερικάνικη υπηκοότητα θα απαντήσει χαριτωμένα: «Πριν τον γάμο, ο έρωτας! Αν αγαπήσω την χώρα και αν με αγαπήσει και αυτή, ε τότε θα παντρευτούμε».

Ο αμερικανός διπλωμάτης.
Ο άνθρωπος που την βοήθησε στη φυγή της και όχι μόνο ήταν ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στη Μόσχα, George Kennan. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους γνώστες της Σοβιετικής Ένωσης και γιαυτό πολύτιμος για την Αμερικανική διπλωματία. Αυτός την φρόντισε όταν έφτασε, την βοήθησε να εγκατασταθεί, την δικτύωσε με πανεπιστήμια όπου έδωσε πολλές διαλέξεις και της έσπρωξε να εκδώσει τα βιβλία της. Το φθινόπωρο του 1967 βγήκε το «Είκοσι γράμματα σε έναν φίλο» (Twenty Letters to a Friend) που είχε τεράστια εμπορική επιτυχία και της εξασφάλισε και μεγάλα χρηματικά κέρδη που την βοήθησαν στην πορεία. Γραμμένο κάποια χρόνια νωρίτερα, το βιβλίο περιγράφει ουσιαστικά την ιστορία της οικογένειάς της, μέσα από την αλληλογραφία που είχε με έναν φυσικό, τον Feodor Wolkestein. Μεγάλη επιτυχία είχε και το δεύτερο βιβλίο της «Only One Year» (Μόνο ένας χρόνος), που περιγράφει τους δώδεκα μήνες που της πήρε να αποφασίσει και να προετοιμάσει την απόδρασή της από την Σοβιετική Ένωση. Με τον Kennan διατήρησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους μία βαθιά φιλία. Ακόμα και όταν βρίσκονταν μακριά, η συχνή αλληλογραφία τους αποτελούσε την καλύτερη απόδειξη του στενού δεσμού τους. Ήταν για την ίδια κάτι ανάμεσα από σύντροφος και πατέρας, αδερφός και μάνα.

Η μητέρα της.
Η μητέρα της,  Nadejda Allilouieva, δεν ήταν μόνο ανώτερο στέλεχος του κομμουνιστικού κόμματος και σύντροφος του Στάλιν αλλά και μία από της πρώτες φεμινίστριες της Σοβιετικής Ένωσης. Τον γνώρησε όταν ήταν ακόμα παιδί, ύστερα δούλεψε στο γραφείο του και τον παντρεύτηκε όταν ήταν μόλις 18 χρονών. Το 1932 και μετά από έναν μεγάλο τσακωμό με τον Στάλιν σε ένα δείπνο, κλείστηκε στο δωμάτιό της και αυτοκτόνησε με ένα όπλο. Πολλές μαρτυρίες αναφέρουν ότι πάντα είχε έντονες μεταπτώσεις στη διάθεσή της και αρκετοί μιλούν για διπολική διαταραχή ή κάποια άλλη ψυχική πάθηση.

Η Svetlana ήταν 6 ετών όταν η μητέρα της αυτοκτόνησε και ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το σοκ. Για πολλά χρόνια πίστευε αυτό που της είχαν πει, ότι πέθανε από επιπλοκές σκωληκοειδίτιδας. Στα 15 της πέφτει στα χέρια ένα αγγλόφωνο περιοδικό το οποίο διαβάζει για να εξασκήσει τα αγγλικά της. Εκεί τυχαία διαβάζει ότι η γυναίκα του Στάλιν, η Nadejda, είχε αυτοκτονήσει. Τρέχει όλο αγωνία στην αγαπημένη της γιαγιά, την Olga (μητέρα της μητέρας της) η οποία και της επιβεβαιώνει την αλήθεια. Στο πρώτο της βιβλίο, αργότερα θα γράψει ότι έγινε έξαλλη και κάτι ράγισε μέσα της. «Από εκείνη τη στιγμή έπαψα να υπακούω στον πατέρα μου».

Οι γάμοι και η ζωή στη Μόσχα.
Το 1942, η Svetlana των 16 ετών ερωτεύτηκε τον Aleksei Kapler, έναν σκηνοθέτη, 23 χρόνια μεγαλύτερό της. Γνωρίστηκαν σε μία κινηματογραφική προβολή και στο πρώτο τους ραντεβού πήγαν για χορό. Της χάρισε μία απαγορευμένη μετάφραση του «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα» του Χέμινγουεϊ  και είδαν μαζί την «Χιονάτη και τους εφτά νάνους» στο σινεμά. Προσπάθησε να κρατήσει αυτήν την σχέση κρυφή από τον πατέρα της αλλά δεν τα κατάφερε. Όταν το έμαθε (η ίδια υποστηρίζει ότι το κάρφωσε ο αδερφός της που δεν άντεχε την αδικία να είναι αυτή η μόνη αγαπημένη κόρη του πατερούλη και ήθελε να την εκδικηθεί), μπήκε εξοργισμένος στο δωμάτιό της και της φώναξε «Κοίτα πως είσαι! Ποιος λες να σε θέλει; Ηλίθια!». Για να τελειώσει μία και καλή τον έρωτα με τον Kapler, ο Στάλιν τον έστειλε για δέκα χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης κοντά στον Αρκτικό Κύκλο. Μέχρι τα βαθιά της γεράματα, περιέγραφε αυτή τη σχέση ως τον μεγάλο της έρωτα. Περιέγραφε επίσης ότι με αυτήν την αφορμή κατάλαβε για πρώτη φορά τη δύναμη που είχε ο πατέρας της να στέλνει ανθρώπους στη φυλακή ή στην εξορία.
Αργότερα και ούσα φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο, η Σβετλάνα τα έφτιαξε με έναν εβραίο συμφοιτητή της, τον Grigori Morozov. Δεν είναι ότι τον ήθελε πολύ, όπως θυμάται, αλλά έβλεπε τον γάμο της σαν μία ευκαιρία να δραπετεύσει από το Κρεμλίνο. Ο Στάλιν πάλι δεν ήταν ευχαριστημένος και μάλιστα στο τέλος υποχώρησε και της επέτρεψε να τον παντρευτεί λέγοντάς της όμως: «Κάνε ότι θες, εγώ όμως δεν θα συναντήσω ποτέ τον εβραίο σου!». Πράγματι παντρεύτηκαν και έκαναν μαζί και έναν γιο, τον Ιωσήφ. Ο γάμος ωστόσο δεν κράτησε πολύ.
Τώρα ήταν η σειρά του ίδιου του Στάλιν να πάρει τα πράγματα στα χέρια του και να της βρει τον δεύτερο σύζυγο. Και της τον βρήκε και τα κανόνισε όλα. Ήταν ο Iouri Jdanov, γιος του στενού του συνεργάτη (λέγονταν και «δεξί χέρι») Andreï Jdanov. Παντρεύτηκε χωρίς να το θέλει και να τον θέλει, όπως έχει υποστηρίξει, και το διαζύγιο δεν άργησε να έρθει. Στο μεταξύ, το 1950, γέννησε την κόρη τους, την Iekaterina. Κάπου εκεί τελείωσε και τις σπουδές της και ξεκίνησε να διδάσκει αλλά και να μεταφράζει βιβλία ρωσικά και αγγλικά.
Το 1953 ο Στάλιν πέθανε και η ίδια η Σβετλάνα περιγράφει τις στιγμές εκείνες μιλώντας για το τελευταίο λεπτό και το τελευταίο βλέμμα που τους έριξε, ένα βλέμμα «τρομερό, παρανοϊκό ή ίσως και οργισμένο και γεμάτο φόβο για τον θάνατο». Χρόνια μετά σε συνέντευξή της θα πει ότι ο πατέρας της υπέφερε γιατί ο Θεός χαρίζει έναν ήρεμο θάνατο μόνο στους δίκαιους ανθρώπους.
Λίγους μήνες αργότερα, ο πρώτος της έρωτας, ο Kapler επιστρέφει από τα γκουλάγκ. Συναντιούνται και η φλόγα ανάβει αμέσως. Ο αγαπημένος σκηνοθέτης της όμως είναι παντρεμένος και αρνείται να χωρίσει, την κρατάει ως ερωμένη, κάτι που την εξοργίζει. Ένα βράδυ που τον συναντά με την γυναίκα του στο θέατρο, δεν κρατιέται και κάνει δημόσια μία φαντασμαγορική σκηνή που οδηγεί τον Kapler σε διαζύγιο και με σύζυγο και με ερωμένη.
Την ίδια περίοδο, η Σβετλάνα έσβησε το επώνυμο Stalina από τη ζωή της και πήρε το επώνυμο της μητέρας της που ήταν Allilouieva. Ζούσε ήσυχα στη Μόσχα με τα δύο της παιδιά όταν γνώρισε τον μικρόσωμο κομμουνιστή ινδό Brajesh Singh. Τον περιγράφει ως ειρηνιστή και πράο αγωνιστή και τον θυμάται μέχρι το τέλος με αγάπη. Άλλωστε αυτός – και συγκεκριμένα ο θάνατός του – της εξασφάλισε το διαβατήριο της απόδρασής της.

Η ζωή και ο γάμος στις ΗΠΑ.
Στο Πρίνστον των ΗΠΑ πια όπου έχει εγκατασταθεί, η Svetlana γνωρίζει το 1970 τον αρχιτέκτονα Wesley Peters. Γοητεύτηκε αμέσως από το κομψό του σμόκιν και τις βόλτες με την Κάντιλακ. Σε τρεις εβδομάδες παντρεύτηκαν. Μαζί του απέκτησε μία κόρη που ονόμασε Olga όπως η αγαπημένη της γιαγιά. Ούτε αυτός ο γάμος όμως δεν κράτησε πολύ. Οι βιογράφοι υποστηρίζουν ότι ο Peters ήταν και η βασική αιτία που χάθηκαν τα πολλά χρήματα που είχε συγκεντρώσει η Svetlana από τις πωλήσεις των βιβλίων της αφού είχε πολλά χρέη τα οποία του πλήρωσε για να ξεχρεώσει.
Έκτοτε κρατάει το επίθετό του και μπαίνει στην αφάνεια ως Lana Peters. Αλλάζει τα σπίτια, τις πόλεις και τις πολιτείες με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Μαζί της μετακινείται συνέχεια και η μικρή Olga. Η ίδια περιγράφει πως κάθε Νοέμβριο, όταν πλησίαζε η επέτειος του θανάτου της μητέρας της, ήθελε να αλλάζει περιβάλλον, να φεύγει και να ρίχνει μαύρη πέτρα πίσω της. «Δεν ήταν πάντα εύκολο αλλά έτσι ήταν η μητέρα μου», θυμάται.
Συχνά ο κόσμος που δεν την αναγνωρίζει και δεν ξέρει τίποτα για την ιστορία της, ακούγοντάς την να μιλάει, διακρίνει μία γερμανική προφορά και την ρωτάει αν κατάγεται από τη Γερμανία. Η ίδια το διασκεδάζει και έχει σκαρφιστεί μία φανταστική ιστορία που λέει για μία γιαγιά γερμανίδα (αν και πράγματι η γιαγιά της Olga και έτσι και η μητέρα της είχαν γερμανικές ρίζες). Με τις πολλές μετακινήσεις αρχίζει να χάνει τους φίλους της και να απομονώνεται.

Η απόδραση στην Αγγλία.
Με την δικαιολογία ότι ήθελε να βρει ένα καλό σχολείο για την Όλγα, όταν αυτή μεγάλωσε, βρέθηκε την δεκαετία του ’80 στην Αγγλία. Πιθανότατα ήθελε απλώς να φύγει από τις ΗΠΑ και τους ανθρώπους που είχε μαζέψει γύρω της. Βρετανικά δημοσιεύματα ωστόσο αναφέρουν ότι πέρασε χρόνο σε μία θεραπευτική κλινική για άτομα που πάσχουν από σοβαρά ψυχικά προβλήματα.
Η Olga έπρεπε να γίνει 11 χρονών για να μάθει ποιος ήταν ο παππούς και αυτό εξαιτίας μίας εφόδου παπαράτσι στο σχολείο της. Την φυγαδεύουν κρυμμένη στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου, καλυμμένη με κουβέρτες και παλτά. Τα έχει χαμένα. Το βράδυ η μητέρα της, της αποκαλύπτει την ιστορία της οικογένειας.
Την ίδια εποχή δέχεται το πρώτο δειλό τηλεφώνημα από τον γιο της. Σιγά σιγά αρχίζει κάπως να αποκαθίσταται στοιχειωδώς η επικοινωνία της με τα παιδιά της. Ο Ιωσήφ είναι καρδιολόγος και η κόρη της γεωλόγος και ο καθένας τους έχει και από ένα δικό του παιδί.
Καθώς η ιστορία γύριζε σελίδα και ο Γκορμπατσόφ αναλάμβανε πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης, η Svetlana αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα της λέγοντας ότι ήθελε να ανακτήσει την χαμένη της σοβιετική υπηκοότητα αλλά και να δει τα δύο παιδιά της μετά από σχεδόν 20 χρόνια. Ο Ιωσήφ την δέχτηκε αν και κρατώντας μία απόσταση και συναντήθηκαν, ενώ η κόρη της  Iekaterina της γύρισε εντελώς την πλάτη στέλνοντάς της ένα γράμμα που έγραφε πως δεν την συγχωρεί, δεν μπορεί και δεν θέλει να τη συγχωρέσει.

Πορεία προς τη λήθη και τον θάνατο.
Επιστρέφοντας αργότερα στις ΗΠΑ έγραψε άλλο ένα βιβλίο, βασισμένο στα όσα έζησε στο σύντομο ταξίδι της στη Μόσχα. Ο τίτλος του βιβλίου ήταν «Ένα βιβλίο για εγγονές» αλλά δεν βρέθηκε εκδότης πρόθυμος να το βγάλει. Η πριγκίπισσα του Κρεμλίνου έχει πάψει να αποτελεί γοητευτική είδηση για τους αμερικάνους και η ίδια μαραζώνει και συγχρόνως εξοργίζεται. Είναι η εποχή που το περιοδικό Time, σε άρθρο του το 1985, την περιγράφει ως μία βίαιη, αυταρχική και εκδικητική γυναίκα που ζει απομονωμένη από όλους και εντελώς μόνη και ο συντάκτης κλείνει με την φράση «Τελικά έφτασε να μοιάζει στον πατέρα της».

Παρόλο που το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης έπεφτε σιγά σιγά μαζί με αυτό των εκδοτών, η ίδια συνέχισε να δίνει συνεντεύξεις. Το 2010, μιλώντας στην εφημερίδα Wisconsin State Journal δήλωσε «πολιτική κρατούμενη του ονόματος του πατέρα της». Στην ίδια συνέντευξη παραδέχεται ότι ο πατέρας της, της κατέστρεψε τη ζωή ενώ περιγράφει τη σχέση τους λέγοντας: «Με αγαπούσε. Ήταν ένας απλός άνθρωπος. Ένας αγροίκος, πολύ σκληρός . Ήταν πολύ απλός μαζί μας. Με αγαπούσε και ήθελε να γίνω μια καλά καταρτισμένη μαρξίστρια».
    Τα τελευταία χρόνια ζούσε σε έναν οίκο ευγηρίας και επιβίωνε χάρη σε ένα κοινωνικό επίδομα που λάμβανε από το κράτος κάθε μήνα. Έγραφε μέχρι τέλους μόνο χειρόγραφα και δήλωνε ότι είχε μία γνήσια απέχθεια προς την τεχνολογία από το ίντερνετ μέχρι τους φούρνους μικροκυμάτων. Δήλωνε ότι παρά τις τόσες δεκαετίες στις ΗΠΑ ένιωθε ακόμα μία φιλοξενούμενη και ποτέ δεν ένιωσε σαν το σπίτι της. Το 2008 και ενώ ήταν ήδη 82 ετών μετακόμισε στο Richland Center, μία μικρή πόλη του Γουισκόνσιν. Εκεί πέθανε από καρκίνο του εντέρου στα 85 της μόνη και ξεχασμένη πια από την ιστορία.


Ένα άρθρο της Μυρσίνης Λιοναράκη

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Πολύ περισσότερα για την ζωή, την φιλοσοφία και τις εμπειρίες της Σβετλάνας Αλληλούγιεβα, ο καθένας μπορεί να πληροφορηθή από το περίφημο βιβλίο της: «Είκοσι επιστολές σ’ ένα φίλο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου