Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2020

Ο ΜΕΓΑΛΟΣΧΗΜΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ.

Δύο χιλιόμετρα από το μοναστήρι της Σιχάστρια βρίσκεται ένα μικρό ξέφωτο που έχει ονομασθή: «Ξέφωτο του Ιωάννη του ερημίτη». Στο κέντρο αυτού του ξέφωτου, ξεχωρίζει ένα κελί καμωμένο από ξύλινους κορμούς, μερικά οπωροφόρα δένδρα, βραγιές με λαχανικά και με λουλούδια. Όχι πολύ μακριά, κελαρύζει το νερό μιας πηγής, ανάμεσα σε οξιές αιωνόβιες, μέσα στην ειρήνη της σιωπής.
Αυτό είναι το κελί του πατρός Ιωάννη, από το μοναστήρι της Σιχάστρια, που το έφτιαξε μόνος του. Εκεί επέρασε τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο σεβαστός Πατέρας, είχε παντρευθή και είχε αποκτήσει και παιδιά. Αργότερα, από την αγάπη του προς τον Χριστό, αποτραβήχθηκε στο μοναστήρι στο άνθος της ηλικίας του και τελικά έγινε ένας μοναχός με οξυδέρκεια. Για πολλές δεκαετίες υποτάχθηκε στους κανόνες της Κοινοβιακής ζωής, χωρίς όμως να παραμελεί και τον προσωπικό κανόνα μετανοίας. Επίσης, ποτέ δεν έλλειψε από την ακολουθία του Μεσονυκτικού και όταν λόγω υπακοής ευρισκόταν έξω από το μοναστήρι ή σε ταξίδι, απομονωνόταν και διάβαζε τους αίνους.
«Την ώρα που όλα τα πλάσματα υμνούν τον Κύριο», έλεγε ο π. Ιωάννης, «πώς μπορώ εγώ ο πτωχός αμαρτωλός να κοιμάμαι ή να σιωπώ;».
          Το έτος 1955, ο μεγαλόσχημος μοναχός πήρε το μονοπάτι της ερημίας. Ζούσε όλη την εβδομάδα με προσευχή, με νηστεία, με μετάνοιες. Την νύχτα κοιμόταν 3 ή 4 ώρες. Διάβαζε κάθε μέρα το Ψαλτήρι, τις Ώρες, τον Ακάθιστο και άλλες προσευχές. Ο κανόνας μετανοίας για τους αναχωρητές -300 μικρές μετάνοιες και 120 εδαφιαίες- δεν έμενε ποτέ ανολοκλήρωτος. Τον υπόλοιπο χρόνο του ο π. Ιωάννης, τον περνούσε μελετώντας επιμελώς την Αγία Γραφή, τους Λόγους των Πατέρων της Εκκλησίας και τους κανόνες. Απ' αυτά που διάβαζε ξεχώριζε μικρά χωρία (ή αποσπάσματα) και τα κατέγραφε σε μικρά χαρτάκια. Αυτά ήσαν μικρά σύντομα κείμενα, πλούσια σε πνευματικές οδηγίες και τα μοίραζε με αγάπη σ' αυτούς που ερχόντουσαν να του ζητήσουν έναν λόγο σοφίας!
Εύρισκε για κάθε μοναχό και για κάθε πιστό την κατάλληλη πρόταση, για την οικοδομή της ψυχής του. Ο μοναχός Ιωάννης θαύμαζε και αγαπούσε πολύ τη φύση. Αφού ωλοκλήρωνε τα πνευματικά του καθήκοντα, περνούσε μία ή δύο ώρες στον κήπο, σκαλίζοντας τα λαχανικά, ποτίζοντας τα λουλούδια, επιβλέποντας τις πηγές των υδάτων. Δεν ήθελε ποτέ να τρώει το ψωμί του από τον κόπο των άλλων. Όσο για την τροφή του, που την έτρωγε μιά φορά την ημέρα κατά τις τρεις το απόγευμα, αποτελείτο από χορτόσουπα, φρούτα και ψωμί. Δεν άλλαζε ποτέ διαιτολόγιο ούτε και τις γιορτινές μέρες. Έτσι ασκείτο ο μεγαλόσχημος μοναχός Ιωάννης, για δέκα χρόνια!!
Λίγο πριν παραδώσει την ψυχή του στον Θεό, δέχθηκε την επίσκεψη των κοινοβιατών μοναχών του Μοναστηριού, οι οποίοι του είπαν:
«Πάτερ Ιωάννη, πριν αποχωρισθούμε, πες μας ένα λόγο σωτηρίας».
Και αυτός με δάκρυα στα μάτια τους είπε:
«Συγχωρέστέ με, σεβαστοί Πατέρες, εγώ όμως δεν είμαι, παρά ένας πτωχός αμαρτωλός. Σας ομολογώ, πως αγάπησα τόσο τη μοναχική ζωή, που, από τότε που μπήκα στο μοναστήρι και μέχρι την ημέρα που αρρώστησα, δεν αμέλησα ποτέ τον Κανόνα τον μοναχικό και τον προσωπικό μου κανόνα μετανοίας»!!
Μετά, αφού αντήλλαξε τον ασπασμό της ειρήνης με τους παρόντες μοναχούς, ο πατήρ Ιωάννης μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και παρέδωσε την ψυχή του ειρηνικά στα χέρια του Θεού, στις 8 Νοεμβρίου του 1965.

Πηγή: Μικρό Γεροντικό της Μολδαβίας (Εν Πλω)