Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019

ΑΠΛΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ, ΜΕ ΠΟΛΥ ΒΑΘΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ!!!


Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου, την μνήμη του οποίου εορτάζουμε στις 15 Φεβρουαρίου, είχε ένα λόγο ταπεινό και γαλήνιο, ήρεμο και πράο, ανεπιτήδευτο και βαθύτατα θεολογικό στην απλοϊκότητα του!!! Οι επισημάνσεις του, ασκούν μία ακατανίκητη γοητεία και έλξη, γλυκαίνουν τον αναγνώστη, τον ανακουφίζουν και τον ενδυναμώνουν, διδάσκουν και λυτρώνουν τον μεταπτωτικό άνθρωπο από τα προβλήματα και τις αντιξοότητες της ζωής!!
Σε ένα λόγο, που απηύθυνε προς το ποίμνιό του στις 10 Ιανουαρίου του 1947, είπε:

« Όταν ήμουν μικρό παιδί, έμενα μαζί με την γιαγιά μου. Ήταν μία έξυπνη και πολύ προκομμένη γυναίκα αλλά παντελώς αγράμματη. Ούτε το άλφα δεν ήξερε, αλλά ήταν άγιος άνθρωπος. Κάθε Σαββατόβραδο και Κυριακή, ήταν απαραίτητο να πάει στην Εκκλησία. Άφηνε ό,τι δουλειά κι αν είχε και πήγαινε ν' ακούσει τον εσπερινό. “Έρχεσαι να πάμε στον εσπερινό;” , με ρώταγε. “Πάμε, γιαγιά, της έλεγα”. Την ακολουθούσα λοιπόν και πηγαίναμε στην Εκκλησία.
Στον δρόμο που πηγαίναμε την έβλεπα και εμάζευε τις πέτρες, που ήταν σκορπισμένες εδώ κι εκεί μες στον δρόμο, και τις έβαζε πάνω σε κανένα τοιχαλάκι ή σε μιά άκρη. Όπου κανένα χαλίκι, όπου καμμιά πέτρα, έσκυβε και τα εμάζευε και εκαθάριζε τον δρόμο. Εγώ, μικρό παιδί, της λέγω μία ημέρα από περιέργεια: “Καλέ νόνα, γιατί το κάμνετε αυτό;”. “Να, παιδάκι μου, ύστερα που θα φεύγωμε θα είναι σκοτεινά και για να μη σκουντουφλήσωμε και εμείς για κανένας άλλος άνθρωπος, γι' αυτό τις βάζω στην άκρη” μου αποκρίθηκε.
Κάθε φορά πού πηγαίναμε στην Εκκλησία, αυτό έκαμνε, εκαθάριζε την οδό, για να μη σκοντάψει ή εκείνη ή άλλος άνθρωπος. Και όσο που ήμουν μικρό παιδί, εθαύμαζα τον αγαθό σκοπό της. Δεν εργαζόταν το αγαθό μόνον δια τον εαυτόν της, αλλά και δια τον άλλον.
Εγώ ερωτώ την συνείδησή μου καμμιά φορά την νύκτα, που δεν μπορώ να κοιμηθώ, και λέγω: “Μακάρι να είχα κι εγώ τον λογισμό αυτής της απλουστάτης γυναίκας!”. Κι αν εκείνη έκαμνε έτσι, πόσο μάλλον εγώ που είμαι ένας καλόγερος, ένας ιερεύς, ένας πνευματικός πατήρ; Πώς να διασκορπίσω τα κακά που υπάρχουν εις την πνευματικήν οδόν και να την καθαρίσω, δια να περάσουν και άλλοι κατόπιν μου;
Εκείνη ώδευε την οδόν του κόσμου τούτου, την επίγειον, και εφρόντιζε να την καθαρίζει. Εγώ που οδεύω την οδόν που φέρει στα ουράνια, πόσο πρέπει να προσπαθώ να την καθαρίζω και να βγάζω εκείνα τα οποία έχουν να βλάψουν κι εμένα και τους άλλους που έρχονται κατόπιν μου; Διότι τα ακάθαρτα αυτής της οδού δεν είναι φύλλα του δένδρου, δεν είναι άχυρα, δεν είναι κανένα ελαφρύ πράγμα να το πάρει ο άνεμος. Είναι λιθάρια, τα οποία έχουν βάρος και πρέπει να σκύψεις, να τα πάρεις στα χέρια σου και να τα σηκώσεις απ' εκεί, για να μη βλαφθής ούτε εσύ, ούτε άλλος κανείς. Ό,τι έκαμνε η γριά γιαγιά μου, αυτό πρέπει να κάμνωμε και ημείς. Εκεί που οδεύεις την καλήν οδό, έξαφνα παρουσιάζεται εμπρός σου ένας λίθος. Μην τον αφήσεις εκεί, σκύψε και σήκωσέ τον. Είναι το κακό που κάθεται εκεί και περιμένει. Και αν εσένα δεν σε έβλαψε, γιατί ήσουν δυνατός και δεν έπαθες τίποτα, άλλος ίσως να είναι αδύνατος και να τον βλάψει... Αν εσύ τον λίθο τον σηκώσεις με τον καλόν σου τρόπο, με την υπομονή σου, με την καρτερία σου, με αγάπη, με κατά Θεόν ζωή, ούτε εσύ θα βλαφθής ούτε κανείς άλλος!!!»


Πηγή: Αθωνική Πολιτεία, Αρ Φύλλου:254 – ΙΑΝ-ΦΕΒ-ΜΑΡΤ 2018 σελ.3