Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

ΑΠΑΘΕΙΑ.

Ο πατήρ Άνθιμος πατρίδα είχε την Σόφια της Βουλγαρίας, όπου και εφημέρευε ως έγγαμος Ιερεύς σε μιά ενορία. Μετά τον θάνατο της πρεσβυτέρας του, γύρω στα 1841, πήγε στο Περιβόλι της Παναγίας. Η πρώτη του μετάνοια ήταν η Ιερά Μονή της Σίμωνος Πέτρας, όπου εκάρη Μοναχός. Μετά, όμως, όταν άρχισε να «κάνει» τον διά Χριστόν σαλό και να κρύβει τον εσωτερικό του πλούτο, είχε μετατρέψει σε Μονή της μετάνοιας, όλον τον Άθωνα, γιατί συνέχεια γύριζε και άλλοτε έμενε σε σπηλιές, άλλοτε σε κουφάλες δένδρων. Κατά καιρούς εμφανιζόταν στην Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος (το Ρωσσικό), γιατί εκεί καταλάβαινε γλωσσικά τις Ακολουθίες. Έμενε εκεί λίγες ημέρες και μετά εξαφανιζόταν πάλι στον Άθωνα, τελείως μόνος του, δύο ή τρείς μήνες!!
Μία από τις μεγάλες του αρετές ήταν και το χάρισμα που είχε στο θέμα της νηστείας. Μπορούσε να νηστεύει πολλές ημέρες. Κάποτε είχε πάει εξαντλημένος στον Άγιο Παντελεήμονα, πριν την νηστεία των Αγίων Αποστόλων. Ο Διακονητής του ετοίμασε να φάει. Ο Γέροντας άρχισε να τρώει, ενώ ο διακονητής μπαινοέβγαινε, τον κοίταζε και τον κατέκρινε: «Πώς μπορεί και τρώει τόσο πολύ!»
       Έτσι συγχυσμένος από αυτούς τους λογισμούς ο Τραπεζάρης έφυγε γιά το κελλί του. Ο πατήρ Άνθιμος, αφού τελείωσε το φαγητό του, πήγε να τον βρει. Βλέποντάς τον έτσι ταραγμένο, τον λυπήθηκε και, γιά να τον βοηθήσει, αναγκάσθηκε να του αποκαλύψει ωρισμένα πράγματα ώστε να είναι προσεκτικός και να μην κατακρίνει.
«Μήπως ξέρεις, αδελφέ μου, τί θα πει ταπεινοφροσύνη;»,  τον ερώτησε.
«Όχι δεν ξέρω», απάντησε ο Τραπεζάρης με συστολή.
«Η ταπεινοφροσύνη συνίσταται στο να μην κατακρίνεις κανέναν, αλλά να λογιάζεις τον εαυτό σου χειρότερο απ' όλους», του είπε ο πατήρ Άνθιμος. «Να, μόλις τώρα πλανήθηκες και με κατέκρινες, επειδή έφαγα πολύ. Αλλά δεν ήξερες πόσες ημέρες δεν είχα φάει καθόλου. Θυμάσαι, πότε είχα έλθη εδώ τελευταία φορά και έφαγα;».
«Θυμάμαι», απάντησε ο αδελφός. «Εδώ μαζί μας ήσουν την Κυριακή του Θωμά και έφαγες, αλλά από τότε δεν σε είδα».
«Ε, βλέπεις πόσες ημέρες δεν έχω φάει; Εσύ όμως με κατέκρινες, επειδή σήμερα έφαγα πολύ. Αδελφέ μου, τα Θεία χαρίσματα είναι διάφορα. Στον καθένα μας κάτι δίδεται από τον Θεό. Να, σ' εμένα ο Θεός έδωσε την δύναμη να υποφέρω το κρύο και την πείνα. Μήπως θα μπορούσες να βαστάς κι εσύ τόσο; Μπορείς να ταπεινωθής, να βγάλεις το ζωστικό, και να πάμε ως το γειτονικό Μοναστήρι, και μ' αυτά τα ρούχα να περάσεις τον χειμώνα στην κορυφή του Άθωνα; Αλλά κι εσύ, ως ψάλτης, πώς ψάλλεις στον Θεό; Οι σκέψεις σου βρίσκονται περισσότερο αλλού, στον περισπασμό, παρά στον Θεό. Άκουσε κι εμένα πώς θα ψάλω».
Και λέγοντας αυτά ο πατήρ Άνθιμος εσήκωσε τα χέρια του στον ουρανό και με λυγμούς έψαλε «Αλληλούϊα!». Ο Τραπεζάρης τα έχασε και ένοιωσε μεγάλη συντριβή. Έβαλε μετάνοια στον πατέρα Άνθιμο και ζήτησε συγχώρηση, θαυμάζοντας την προόρασή του.
Μιά άλλη φορά, στον Άγιο Παντελεήμονα, την παραμονή της πρώτης Οκτωβρίου, που τελείται ολονύκτια αγρυπνία εις τιμήν της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο πατήρ Άνθιμος, μόλις έφθασε στο Μοναστήρι, παρά λίγο να ξεψυχήσει. Ένας αδελφός που τον είδε, τον ερώτησε τί του συμβαίνει.
«Αυτή τη νύχτα ευρισκόμουν κοντά στο Μοναστήρι του Ζωγράφου, στην έρημο, και προσευχόμουν όρθιος πάνω σε μία πέτρα», απάντησε ο Γέροντας. «Την ώρα της προσευχής είδα την Μητέρα του Θεού να κατεβαίνει από τον ουρανό στο Μοναστήρι σας. Καθώς ήμουν γεμάτος χαρά, βιάστηκα να έλθω, γιά να Τήν εύρω εδώ, ώστε να με σκεπάσει με το μαφόριό Της. Αλλά, μόλις ξεκίνησα, ένα φίδι πετάχτηκε επάνω μου και με δάγκωσε δυνατά στο πόδι. Εννόησα, όμως, ότι αυτό ήταν ένα εμπόδιο που έπρεπε να ξεπεράσω και δεν έδωσα σημασία στο δάγκωμα. Βιαζόμουν να φθάσω στο Μοναστήρι σας»!!!
Ο αδελφός εκοίταξε το πόδι του Γέροντα, και πράγματι το δάγκωμα του φιδιού ήταν σοβαρό. Η μεγάλη αγάπη του Γέροντα γιά τον Θεό τον είχε κάνει πια αναίσθητο στα σωματικά παθήματα!!!

Πηγή: Αθωνική Πολιτεία, Αρ Φύλλου:267 – ΟΚΤ 2019 σελ.3