Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΣΕΚΟΥ.

Δεν ξέρουμε πολλά πράγματα για τον μοναχό Δαμιανό Τσίρου, γιατί στο Μοναστήρι ζούσε μιά ζωή μοναχική από τα μάτια όλων. Γεννήθηκε στην επαρχία του Μπακιάου και ήδη από νεαρή ηλικία φανέρωνε εξαιρετική ευλάβεια. Τη νύχτα, κλεινόταν μέσα στην Εκκλησία του χωριού του και προσευχόταν μέχρι το πρωί. Τα χρόνια που έκανε δόκιμος, τα πέρασε στο φημισμένο Μοναστήρι του Φραζινέι, κατόπιν, στη Μολδαβία, όπου μπήκε στο μικρό Μοναστήρι του Τιμπουκάνι-Νεάμτς.
Η δίψα του για ησυχία και ασκητική ζωή τον ωδήγησε στον Άγιο τόπο της Μονής Σέκιν, που απήχε αρκετά από την ταραχή του κόσμου. Εκεί, ο πατήρ Δαμιανός έζησε μια αναχωρητική ζωή κι έγινε Μοναχός έμπειρος και κατά Θεόν προοδευμένος. Πάντα μόνος, αναλογιζόμενος συνεχώς τον θάνατο και την κρίση, απήγγελλε αδιάλειπτα την ευχή του Ιησού, νηστεύοντας και δουλαγωγώντας το σώμα του με την υπακοή και τις αγρυπνίες. Υπακοή, αδιάλειπτη προσευχή, σιωπή, εγκράτεια, αγνότητα πνεύματος και βαθειά ταπείνωση, αυτές ήταν οι βασικές αρετές του πατρός Δαμιανού. Όπως οι παλαιοί Μοναχοί, σκεπτόταν μόνο πως το έλεος του Θεού θα του χαρίσει τον Παράδεισο, προετοιμάζοντας αδιάκοπα τον εαυτό του για τον θάνατο. Έχοντας αποκτήσει από τον Κύριο το χάρισμα της ειρήνης και της αδιάλειπτης προσευχής, ο π. Δαμιανός έμενε αποστασιοποιημένος απ' ό,τι συνέβαινε γύρω του. Δεν σήκωνε από ταπείνωση τα μάτια του, ούτε για να θαυμάσει τον έναστρο Ουρανό!
       Ξυλουργός στο επάγγελμα, εργαζόταν όλη μέρα στο εργαστήριο της Μονής, ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας, για πολλές ώρες, χωρίς κανείς να τον αναγκάζει, για να σκληραγωγεί το σώμα του. Μετά αποτραβιόταν στο μικρό κελάκι του, όπου μόνο ο μαθητής του είχε την άδεια να τον επισκέπτεται. Εκεί, ο π. Δαμιανός, διάβαζε το Ψαλτήρι, απήγγελλε την προσευχή του Ιησού ή καθόταν πάλι να διαβάσει όσο το δυνατόν πιο συχνά τους λόγους των Πατέρων της Εκκλησίας. Ο Μοναχός π. Δαμιανός δεν έλειπε ποτέ από την Ακολουθία του μεσονυκτικού και μετά απ’ αυτό ξανάρχιζε το πρόγραμμά του στο κελί του: Προσευχές, αναγνώσματα, νοερά προσευχή μέχρι την αυγή, και εν συνεχεία κοιμόταν μία ή δύο ώρες.
Από τη μέρα που φόρεσε το ράσο, δεν ξάπλωνε ποτέ σε κρεβάτι, δεν ξεκουραζόταν παρά καθιστός σε μια καρέκλα! Στην Εκκλησία στεκόταν πάντα πίσω από τους άλλους και μόνο όρθιος. Καμιά φορά, πλησίαζε στο ψαλτήρι για να ακούσει την ανάγνωση της ζωής του αγίου της ημέρας και τα ψαλτικά της Θείας Λειτουργίας με δάκρυα στα μάτια. Εξομολογείτο συχνά τους λογισμούς του στον πνευματικό του πατέρα και κοινωνούσε κάθε δεκαπέντε μέρες. Κατά τα τελευταία όμως χρόνια της ζωής του, όταν ελάμβανε τα Θεία Δώρα κάθε εβδομάδα, μία ουράνια και αγνή χαρά πλημμύριζε την ψυχή και το πρόσωπό του.
Τον Ιανουάριο του 1964, ο π. Δαμιανός παρέδωσε το πνεύμα του στην αγκαλιά του Κυρίου.

---

Πριν γίνει Μοναχός, ο Ηγούμενος της Μονής τον ρώτησε: «Αδελφέ Δαμιανέ, πότε θέλετε να φορέσετε το ράσο; ». «Άγιε Ηγούμενε», του απήντησε αυτός, «δεν ήλθα στο Μοναστήρι για να γίνω Μοναχός μόνο κατ' όνομα, αλλά με τις πράξεις μου. Έτσι, όταν ολοκληρώσω τα έργα, θα δώσω και τους όρκους».

---

Έλεγε κάποτε στον μαθητή του: «Πάτερ Νικόδημε, δεν ήλθα εδώ από αγάπη προς τη Μονή του Σέκου, αλλά από αγάπη για την έρημο. Θα ήθελα μόνο να κρυφθώ μέσα στα βάθη των δασών μόνος, να μιλάω στον Θεό και να τρέφομαι με λάχανα της ερήμου.  Όμως, επειδή δεν έχω φθάσει στα κατάλληλα πνευματικά μέτρα για να το πράξω, προτίμησα να διαλέξω τη ζωή στο Κοινόβιο. Παρ' όλα αυτά, προσπαθώ να κάνω εδώ, ό,τι θα ήθελα να κάνω στην έρημο.

---

Όταν αισθανόταν πλήρως ειρηνευμένος με τον εαυτό του, ο π. Δαμιανός έλεγε στον μαθητή του: «Αδελφέ μου, πόσο θα ’θελα να κλείσω με τοίχο οριστικά την πόρτα του κελιού μου. Δεν θ’ άφηνα παρά ένα πολύ μικρό παραθυράκι, από το οποίο θα μπορούσα να μιλάω σ’ έναν και μόνο άνθρωπο μέχρι τον θάνατό μου». «Και ποιός θα είναι αυτός ο άνθρωπος, π. Δαμιανέ;», ρώτησε ο μαθητής του. «Ο εξομολόγος μου», απάντησε ο π. Δαμιανός.

---

Ο π. Δαμιανός συνήθιζε να διαβάζει πολύ τη νύχτα (κυρίως τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο και τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος). Όμως μελετούσε και επιμελώς τα λειτουργικά βιβλία, όπως το Τυπικό, το Τριώδιο, το Πεντηκοστάριο, την Οκτώηχο.
Ένα βράδυ είπε στον μαθητή του: «Πάτερ Νικόδημε, η ανάγνωση των Ιερών Βιβλίων μου δίνει πολλή χαρά και σύνεση. Θα ’θελα να μην χρειασθή να τ’ αποχωρισθώ ποτέ. Η προσευχή και η ανάγνωση είναι οι μόνες πηγές παρηγοριάς!!».

---

Ο π. Δαμιανός δεν έτρωγε ποτέ καθιστός. Έπαιρνε μόνο μερικές μπουκιές στον πάγκο του εργαστηρίου του. Όταν ο π.Νικόδημος του έφερνε κάποιο φαγητό από την τραπεζαρία, ο Γέροντας του έλεγε: «Όλο φαγητά μου φέρνεις!». «Πάρτε το, πάτερ μου, και φάτε το όσο είναι ακόμη ζεστό!» του έλεγε ο π.Νικόδημος. Αφού όμως δοκίμαζε λίγο από το φαγητό, του απαντούσε: «Βάλ’ το μέσα στο ντουλάπι μήπως ωφεληθή κάποιος άλλος ».
Τελικά καθώς έπεφτε η νύχτα, ο πατήρ δεν σκεφτότανε πιά να φάει και ο π.Νικόδημος αναγκαζόταν να επιστρέψει το φαγητό στην κουζίνα.

---

Στη διάρκεια των είκοσι ετών, ο π. Δαμιανός δεν δέχθηκε χρήματα από κανέναν, σε σημείο που δεν γνώριζε να τα ξεχωρίζει. Και όταν κάποιος ήθελε να τον πληρώσει για μια ξυλουργική εργασία, του έλεγε ταπεινά: «Πάρτε τα χρήματα έξω από το εργαστήριό μου».

---

Καμιά φορά, όταν ο μαθητής του τον έβλεπε ν' αγρυπνά, του έλεγε: «Ξαπλώσθε όμως και λίγο, π. Δαμιανέ, είσθε γέρος και κουρασμένος». «Δεν μπορώ πια να κοιμηθώ, π. Νικόδημε, μ' εγκατέλειψε ο ύπνος. Μόλις και μετά βίας μισοκοιμάμαι δύο ή τρεις ώρες τη νύχτα. Μετά σηκώνομαι ξανά για να προσευχηθώ, να διαβάσω και να κάνω τον κανόνα μου».

---

Ο Ηγούμενος του Μοναστηριού είπε μια μέρα στον π. Δαμιανό: «Κοιτάξτε, Πάτερ μου, όλοι οι αδελφοί βγαίνουν κατά καιρούς από το κελί τους για να θαυμάσουν την ομορφιά της φύσης, ν' ακούσουν το τραγούδι των πουλιών ή να πουν λόγια σοφίας. Μόνο εσείς δεν βγαίνετε ποτέ από το κελί σας, έχετε τα μάτια σας στραμμένα προς τη γη με λύπη και αποφεύγετε τους ανθρώπους».
«Άγιε Ηγούμενε, έχω το δικό μου χωράφι να καλλιεργήσω. Αυτό μου δίνει τα προς το ζην, με βοηθάει να ξεπληρώσω τα χρέη μου, να πληρώσω το νοίκι μου και την τροφή μου. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ήλθα εδώ, για να ξεχρεώσω όλη την οφειλή μου. Πώς Θα μπορούσα λοιπόν να βγω έξω για περίπατο, δίχως να έχω ακόμα τελειώσει το όργωμα του χωραφιού μου;».

---

Μια άλλη φορά, ο π. Δαμιανός έκανε στον μαθητή του μια αποκάλυψη: «Αυτή τη νύχτα, π. Νικόδημε, καθώς διάβαζα το Ψαλτήρι, άκουσα τους δαίμονες να ατακτούν μέσα στο κελί μου. Άρχισα τότε να προσεύχομαι χύνοντας καυτά δάκρυα και δεν τους ξανάκουσα».

---

Μιά μέρα, όταν υπέφερε από ρευματισμούς, ο υποτακτικός του, τού είπε: «Θα θέλατε, πάτερ μου, έτσι που είσθε άρρωστος, να κάνετε κανένα λουτρό;». «Όχι, π.Νικόδημε. Η ασθένεια είναι η συνέπεια των αμαρτιών μου. Αν θέλω ν’ απαλλαγώ από τους σωματικούς πόνους, οι αμαρτίες μένουν μέσα μου. Προτιμώ λοιπόν να δέχομαι υπομονετικά ό,τι μου στέλνει ο Θεός».

---

Ένας Μοναχός ήλθε από πολύ μακριά για να δει τον π. Δαμιανό. Μπήκε μέσα στο ξυλουργείο, όπου αυτός εργαζόταν, και του είπε το εξής: «Άκουσα πολλά λόγια για σας, σεβαστέ πάτερ, και ήλθα να σας δω». Τότε ο ταπεινός Μοναχός, αδύνατος και κοντός καθώς ήταν, έκανε σιγά-σιγά λίγα βήματα γύρω από τον επισκέπτη του και είπε: «Λοιπόν, με είδατε;» και γύρισε πάλι πίσω στη εργασία του...

---

          Ένας άλλος Μοναχός του ζήτησε κάποια μέρα έναν λόγο πνευματικής οικοδομής. Ο Γέροντας του απήντησε: «Στα παλαιά χρόνια, ο Φαραώ έδινε στους Εβραίους πάντα πιο πολλή δουλειά για να μην έχουν καιρό να σκέφτονται τον Θεό ούτε να τον επικαλούνται. Υπάρχει στις μέρες μας ένας αθέατος Φαραώ, που παρακινεί τους μοναχούς να πολλαπλασιάζουν τα αγαθά τους, τις έγνοιες τους και τις δουλειές τους, έτσι ώστε, να μην τους μένει καιρός να προσεύχονται στον Θεό μέρα και νύκτα, όπως είχαν υποσχεθή να πράττουν».

---

Όταν ο Γέροντας είχε πια γεράσει πολύ, ο μαθητής του τον ρώτησε: «Πώς αισθάνεσθε, π. Δαμιανέ;». «Από τα νιάτα μου ακόμη, περιμένω να έλθη ο θάνατος. Πραγματικά δεν γνωρίζω, γιατί αργεί τόσο να μ’ επισκεφθή». «Εμείς προσευχόμασθε στον Θεό να σας κρατά στη ζωή». «Αχ, π. Νικόδημε, τι πολύτιμο δώρο είναι ο θάνατος! Και τι κατάρα θα ’ταν για τον άνθρωπο να μην πέθαινε ποτέ... Η γη θα γινόταν γι' αυτόν μία κόλαση».

Πηγή: Μικρό Γεροντικό της Μολδαβίας (Εν Πλω)