Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2020

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΤΟ ΞΕΦΩΤΟ ΚΙ ΟΙ ΑΝΑΧΩΡΗΤΕΣ ΤΗΣ.

Το μονοπάτι που οδηγεί από το μοναστήρι της Σιχάστριας στο μοναστήρι της Αγάπιας διασχίζει μια ορεινή τοποθεσία, όχι τόσο πυκνόφυτη, που ονομάζεται μέχρι τις μέρες μας: «Η τράπεζα στο ξέφωτο». Και ιδού ο λόγος αυτής της ονομασίας...
Σ’ αυτή εδώ την τοποθεσία πέρασαν μέσα από τις δοκιμασίες του ασκητικού βίου, για πολλούς αιώνες και μέχρι το τέλος του 1890, πολυάριθμοι έμπειροι αναχωρητές. Προέρχονταν από τα κοντινά μοναστήρια της περιοχής, όπως του Νεάμτς, του Σέκου, της Σιχάστρια και ζούσαν μέχρι τον θάνατό τους, κάτω από την πνευματική καθοδήγηση ενός διακριτικού Πνευματικού.
Ποιά ακριβώς ήταν τα έργα αυτών των ερημιτών που είχαν φύγει μακριά από τον κόσμο, παραμένει μέχρι σήμερα λίγο-πολύ άγνωστο. Καθένας απ' αυτούς είχε το κελί του, όσο το δυνατόν πιο μικρό και απομακρυσμένο από των άλλων. Στο κέντρο του ξέφωτου ήταν το κελί του Πνευματικού, μια ξύλινη μικρή εκκλησούλα, μερικά οπωροφόρα δένδρα και ανάμεσά τους μια σειρά από μακρόστενα τραπέζια.
        Οι αναχωρητές, αφιέρωναν τις ημέρες και τις νύκτες τους στις ιερές Ακολουθίες, στις νηστείες και στις μετάνοιες. Κάθε μέρα διάβαζαν το Ψαλτήρι ολόκληρο, τις επτά ακολουθίες της ημέρας και έκαναν μέχρι και χίλιες μετάνοιες λέγοντας την ευχή του Ιησού. Ανάμεσα στις ώρες της προσευχής, καταγίνονταν με την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας. Και κατά τη διάρκεια της ημέρας, σαν διάλειμμα, καλλιεργούσε ο καθένας τους ένα μικρό κομμάτι γης γύρω από το κελί του και μάζευε ξύλα για τη θέρμανσή του, όπως επίσης μανιτάρια και φρούτα για την τροφή του. Καθ' όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, δεν μιλούσαν μεταξύ τους. Οι πιο αδύνατοι απ' αυτούς έτρωγαν το βράδυ μετά την δύση του ηλίου ξερό ψωμί και λίγα λαχανικά. Μερικοί δεν έτρωγαν παρά μόνο την Τρίτη, την Πέμπτη, το Σάββατο και την Κυριακή, ενώ οι πιο ασκητικοί δεν έτρωγαν τίποτε μέχρι το Σάββατο, οπότε τελούσαν τη Θεία Λειτουργία και κοινωνούσαν όλοι.
Το ίδιο γινόταν και την Κυριακή. Μετά τη Θεία Λειτουργία, γευμάτιζαν όλοι μαζί καθισμένοι γύρω από τα τραπέζια της αυλής. Εν συνεχεία, έψαλλαν ύμνο προς τη Θεοτόκο, έπαιρναν την ευλογία του Πνευματικού και χωρίζονταν αδελφικά.
Σ’ αυτόν λοιπόν τον τόπο, έθεσαν τον εαυτό τους υπό τον ζυγό της μοναχικής ζωής πολύ φημισμένοι πνευματικοί πατέρες. Σ' αυτούς προσέτρεχαν από τα βάθη του δάσους οι ερημίτες μοναχοί για να ζητήσουν συμβουλή. Δεκάδες αναχωρητές έρχονταν σ' αυτό το ξέφωτο, τρεις φορές το χρόνο (τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και την Πεντηκοστή), για να εξομολογηθούν, να τελέσουν τη Θεία Λειτουργία και να μοιρασθούν ένα γεύμα. Στη συνέχεια, καθένας επέστρεφε στο ερημητήριό του.
Μνημεία του παρελθόντος βλέπει κανείς ακόμη και σήμερα, όπως, κάποια ερειπωμένα κελιά και μερικά οπωροφόρα δένδρα...


Πηγή: Μικρό Γεροντικό της Μολδαβίας (Εν Πλω)