Πέμπτη, 23 Απριλίου 2020

Ο ΕΥΑΓΡΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΟΣΙΟΣ ΣΙΩ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ.

Ένας νεαρός και ευσεβής άρχοντας της Γεωργίας, ο Ευάγριος, βγήκε μιά ημέρα γιά κυνήγι με μερικούς φίλους του. Περνώντας από το Μγβίμε (στα Γεωργιανά σημαίνει σπήλαιο) στάθηκε να ξαποστάσει, ενώ οι σύντροφοί του ξεμάκρυναν, αναζητώντας αχνάρια θηραμάτων.
Ξαφνικά, βλέπει ένα περιστέρι να πετάει προς την βορεινή πλευρά της χαράδρας, έχοντας στο ράμφος του ένα ψωμάκι, και να χώνεται σε μιά σπηλιά. Σχεδόν αμέσως ξαναβγήκε, χωρίς το ψωμί αυτή τη φορά, και χάθηκε.
Το βράδυ, μετά το κυνήγι, ο Ευάγριος γύρισε στο σπίτι του συλλογισμένος. Εκείνο το περιστέρι δεν έφευγε από τον νου του. Έτσι, την άλλη μέρα, κίνησε μόνος του γιά τον ίδιο τόπο. Με έκπληξη, είδε ξανά το περιστέρι. Όπως και την προηγούμενη ημέρα, εκείνο μπήκε στην σπηλιά με το ψωμάκι στο ράμφος και βγήκε χωρίς αυτό.
Ο Ευάγριος αποφάσισε τότε να μπει στην σπηλιά και τα έχασε, όταν αντίκρυσε ένα σκελετωμένο άνθρωπο, που προσευχόταν γονατιστός, με τα χέρια υψωμένα στον Ουρανό. Ήταν ο Όσιος Σίω ο Σπηλαιώτης, που ασκήτευε εκεί.

«Άνθρωπε του Θεού», τραύλισε ο Ευάγριος. «Ποιός είσαι και τί κάνεις εδώ;».
«Ανέστιος και ερημοπλάνος είμαι», απάντησε ο Όσιος Σίω. «Δοξολογώ τον Κύριο, ελπίζοντας να βρω το έλεός Του», συμπλήρωσε.
Ο Ευάγριος κυριεύθηκε τότε από Θείο έρωτα, έπεσε στα πόδια του Οσίου και του ζήτησε να μείνει κοντά του.
«Ας είναι», απάντησε εκείνος. «Θα κάνεις όμως πρώτα ό,τι σου πω. Τράβα λοιπόν, γιά το ποτάμι και, σαν φθάσεις εκεί, χτύπησέ το με τούτο το ραβδί. Τα νερά θα χωρισθούν στα δύο, γιά να περάσεις. Θα πας στο σπίτι σου και, αφού μοιράσεις την περιουσία σου στους φτωχούς, θα πάρεις τον δρόμο της επιστροφής. Όταν φθάσεις στο ποτάμι, θα ξαναχτυπήσεις τα νερά με το ραβδί. Αν χωρισθούν και σ’ αφήσουν να περάσεις, θα φανεί πως είναι Θέλημα Θεού να μείνεις κοντά μου. Αν όμως δεν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε θα γυρίσεις πίσω».
0 Ευάγριος ακολούθησε τις οδηγίες του Οσίου κατά γράμμα. Γύρισε στο σπίτι του, μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και κίνησε πάλι βιαστικά γιά το Μγβίμε. Το περιστέρι τον ακολουθούσε σ’ όλη του την πορεία. Γιά ένα πράγμα μόνο ανησυχούσε ο Ευάγριος. Μήπως το ποτάμι δεν του άνοιγε δρόμο στην επιστροφή του. Μα ο Θεός, τον είχε ήδη συμπεριλάβει στην χορεία των εκλεκτών Του. Τα νερά παραμέρισαν και τον άφησαν να περάσει ελεύθερα.
Σε λίγο έβαζε μετάνοια στον Όσιο Σίω λέγοντας του: «Έκανα ό,τι μου είπες, τίμιε Πάτερ. Και τώρα σου παραδίδω μαζί με το ραβδί και τον εαυτό μου»!! Από τότε το περιστέρι δεν ξαναφάνηκε.

Πηγή: ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ.
Από το βιβλίο: «Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των ζώων».
Εκδόσεις "Ο Άγιος Στέφανος".