Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2021

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ!

 

        << Τον καιρό της Γερμανικής Κατοχής, ο Γερμανός Διοικητής της Πάρου, επειδή στο χωριό Τσιμπίδο (της Πάρου), σκότωσαν δύο Γερμανούς και τραυμάτισαν έναν αξιωματικό, ζήτησε να του φέρουν, οι Πρόεδροι των κοινοτήτων, 125 νέους από όλες τις κοινότητες της Πάρου, γιά να τους εκτελέσει ως αντίποινα!
        Όταν άκουσα αυτή τη θανατική απόφαση, πόνεσε η ψυχή μου και δοκίμασα θλίψη περισσότερο από κάθε άλλον, γιατί οι μελλοθάνατοι ήταν πνευματικά μου παιδιά... Γι’ αυτό λοιπόν δεν αδιαφόρησα, αλλά αμέσως έσπευσα ως πνευματικός πατέρας, να σώσω τα πνευματικά μου παιδιά από τον επικείμενο θάνατο.
        Όμως, ο Διοικητής, όταν πήγαμε να τον παρακαλέσουμε, δεν δεχόταν μεσιτείες. Παρήγγειλε μάλιστα μέσω του Φρουράρχου του, ότι όποιος Έλληνας ή ακόμη και Γερμανός, τολμήσει να μεσιτέψει, θα εκτελεσθή και αυτός...
    Ωστόσο ο φρούραρχος, που ήταν φιλέλληνας, μας συμβούλεψε τα εξής:
        «Επειδή εδώ δεν είναι δυνατόν να τον δείτε, αλλά ούτε και συμφέρει, έχω την γνώμη, να τον καλέσετε στο Μοναστήρι, τάχα γιά να τον φιλοξενήσετε και να τον περιποιηθήτε, και πάνω στις περιποιήσεις να του αναφέρετε σχετικά, να τον παρακαλέσετε και ίσως λυγίσει, αλλά και πάλι αμφιβάλλω...».
        Δεν έχασα καιρό. Την ίδια μέρα τον κάλεσα στο Μοναστήρι, και την επόμενη ήλθε. Αφού παραθέσαμε τιμητική Τράπεζα, εν συνεχεία, κάναμε Παράκληση με όλους τους Πατέρες και αδελφούς του Μοναστηριού και προσευχηθήκαμε με πίστη και ικετεύσαμε την Παναγία, να μεσιτεύσει στον Υιό της και Θεό μας, να μετατρέψει την απόφαση του Διοικητή και να χαρίσει τη ζωή στους 125 νέους. Την Παράκληση στην Παναγιά, την παρακολούθησε και ο Διοικητής με την συνοδεία του.
        Μόλις τελείωσε η Παράκληση, ετοιμάσθηκαν να αναχωρήσουν. Τότε ο Διοικητής είπε στο διερμηνέα, ως ευγνωμοσύνη να του ζητήσω, να μου κάνει μία χάρη.
        Εγώ εκείνη τη στιγμή γέμισα χαρά και αγαλλίαση, διότι πίστεψα, ότι εισακούσθηκε η δέησή μας και ήλθε η κατάλληλη στιγμή να του ζητήσω εκείνο, γιά το οποίο τον κάλεσα στο Μοναστήρι και κάναμε και την Παράκληση.
        Οπότε, πήρα θάρρος και μέσω του διερμηνέα του λέω:
        «Να μου υποσχεθήτε πρώτα, ότι θα μου κάνετε την χάρη που θα ζητήσω, και τότε θα του τη ζητήσω».
        Μου έδωσε το δεξί του χέρι και μου υποσχέθηκε, ότι θα την κάνει. Τότε του είπα:
        «Θέλω κ. Διοικητά να χαρίσεις τη ζωή στους 125 νέους που αποφάσισες να θανατώσεις!».
        Αλλά όταν το άκουσε αυτό, μου απάντησε:
        «Άλλη χάρη να μου ζητήσεις, γιατί αυτή τη χάρη, δεν μπορώ να την κάνω, διότι έχω τέτοια διαταγή, που λέει: “Όταν σκοτωθή ένας Γερμανός, στη θέση του να σκοτώνωνται 50 Έλληνες από τα κοντινά χωριά, γιά δύο Γερμανούς 100 Έλληνες κλπ.”.
        Επειδή είδα, ότι παρά τις παρακλήσεις που του έκανα, επέμενε να του ζητήσω άλλη χάρη, του είπα:
        «Ζητώ κ. Διοικητά, να βάλετε και εμένα μαζί με τους 125 καταδίκους και μάλιστα να εκτελέσετε πρώτον εμένα...!»!!
        Όταν το άκουσε αυτό ο σκληρός εκείνος Διοικητής, αιφνιδιάσθηκε, κατέβασε το κεφάλι κάτω, προβληματίσθηκε, συντρίφθηκε, κάμφθηκε... Μαλάκωσε η καρδιά του και συγκινημένος μου έδωσε το δεξί του χέρι και μου είπε:
        «Σου τους χαρίζω!»!!
        Τέτοια χαρά, όταν μου το είπε αυτό ο Γερμανός Διοικητής, δεν ξανάνοιωσα στη ζωή μου!>>!!


Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος (1884-1980)