Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2019

ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ!!


Το παρακάτω, αποτελεί αφήγηση του πρ. Διευθυντού Δημοτικής Εκπαιδεύσεως κ.Μανώλη Καπετανάκη. 
Ο αείμνηστος Νικόλαος ήταν ο πατέρας του:


«Ο κ.Νίκος, διατηρούσε εμπορομανάβικο στο Ηράκλειο της Κρήτης. Στο πέρας της καθημερινής του εργασίας και αφού διέθετε το εμπόρευμα του, το απογευματάκι, είχε την συνήθεια να πηγαίνει στο διπλανό καφενείο, όπου έπινε το καφεδάκι του και πέρναγε κάποιες ξεκούραστες στιγμές συζητώντας με γνωστούς, φίλους και πελάτες του.
Την ίδια ώρα, συνήθιζε και κάποιος άλλος φτωχοντυμένος κύριος, άγνωστος στον κ.Νίκο, να πίνει το καφεδάκι του στο απέναντι τραπέζι. Ο συγκεκριμένος κύριος είχε την εξής συνήθεια: Αφού έπινε τον καφέ του, άφηνε το αντίτιμο στο πιατάκι και πήγαινε στον πάγκο του καφετζή. Εκεί έβγαζε μια χάρτινη σακούλα, που την είχε τυλιγμένη στην μέση του, στην οποία ο καφετζής έβαζε, πάντα, δύο κουταλιές ζάχαρη!
Αυτή η τακτική δημιουργούσε ερωτηματικά στον κ.Νίκο, αλλά δεν τολμούσε να διευκρινίσει γιατί γινόταν αυτό, για λόγους ευγενείας. Άλλωστε, ο εν λόγω κύριος, του ήταν άγνωστος.
Κάποια ημέρα, όμως, ο κύριος αυτός βρέθηκε να πίνει το καφεδάκι του στο τραπέζι του κ.Νίκου. Ήταν γεμάτο το καφενείο και το τραπεζάκι που συνήθιζε να κάθεται ήταν κατειλημμένο, οπότε ο κ.Νίκος του πρότεινε να καθήσει μαζί του. Αφού εγνωρίσθηκαν, ο κ.Νίκος βρήκε την ευκαιρία να λύσει την απορία του ως προς την χάρτινη σακούλα. Οπότε, μόλις ο καφετζής έβαλε τις 2 κουταλιές ζάχαρη στην χάρτινη σακούλα, ο κ.Νίκος πήρε το θάρρος και ερώτησε με διακριτικότητα τον λόγο που γίνεται αυτή η κίνηση, σε καθημερινή βάση.
Η απάντηση ήταν συγκλονιστική: «Αγαπητέ κ.Νίκο, από την συζήτηση μας κατάλαβα ότι είσθε σοβαρός, καλός και ευλαβής κύριος, οπότε και εγώ θα σας αποκαλύψω το μυστικό μου. Όπως γνωρίζετε, η τιμή του καφέ είτε σκέτος είναι, είτε βαρύς γλυκός, είναι ίδια. Εγώ, αν και μου αρέσει ο γλυκός καφές, κάνω μία μικρή θυσία και τον πίνω σκέτο, οπότε ζητάω από τον καφετζή να μου δίνει την ζάχαρη που “δικαιούμαι”, σαν να έπινα βαρύ γλυκό. Τις δύο αυτές κουταλιές ζάχαρη, καθημερινά, τις συλλέγω σε αυτή την χάρτινη σακούλα. Έτσι μαζεύω, μέρα με την μέρα αρκετή ζάχαρη. Μόλις η σακούλα γεμίσει, τότε ψάχνω στους μαχαλάδες να βρω μιά φτωχή οικογένεια, κάποιον άρρωστο ή ανήμπορο και του δίνω την ζάχαρη. Κρατάω, βέβαια, την σακούλα, ώστε να συνεχίσω το έργο μου. Έτσι μ’ αυτό το τρόπο μου δίνεται η δυνατότητα, να κάνω και εγώ ελεημοσύνη, παρ’ όλη την φτώχεια μου, αλλά να πίνω και το καφεδάκι μου, έστω και σκέτο…»!!