Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

«ΟΦΘΑΛΜΟΣ ΟΥΚ ΕΙΔΕ… Α ΗΤΟΙΜΑΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ…»(Α’Κορ.Β’9’)

 


Διηγείται ο Άγιος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης:

        “ Κάποτε διάβαζα το βίο του Άγιου Σεραφείμ του Σαρώφ και στο σημείο που έλεγε ο Άγιος ότι είδε τα σκηνώματα του Παραδείσου, «εν τη οικία του Πατρός μου πολλαί μοναί εισί», τότε λέω:
        «Πώς να είναι άραγε, Θεέ μου, αυτές οι Μονές;»!
        Ξαφνικά, μου έπεσε το βιβλίο από τα χέρια και ευρέθηκα σ’ ένα ωραίο μέρος. Μπροστά μου ήταν ένας δρόμος κατάφυτος με βιολέτες, όλες το ίδιο ύψος και πυκνοφυτεμένες, ευωδιαστές και δίπλα μου εστεκόταν ένας Γέροντας, ο Άγιος Δαβίδ ήταν.
       Ήθελα να προχωρήσω και εδίσταζα να μην σπάσω τα λουλούδια. Έλεγα, μάλιστα, «ποιός τα εφύτεψε τόσο πυκνά; Αν ήταν λίγο αραιότερα, θα έβαζα το πόδι μου ανάμεσα και δε θα τα έσπαζα», και εδίσταζα να προχωρήσω.
         Τότε μου λέει ο Γέροντας (ο Άγιος Δαβίδ):
        «Προχώρα, προχώρα, προχώρα, πάτερ Ιάκωβε, μη φοβάσαι, τα λουλούδια αυτά δεν είναι σαν και εκείνα που ξέρεις, δεν σπάζουν»!!
      Καθώς επροχωρούσα, λοιπόν, επατούσα και δεν σπάζανε! Βλέπω δεξιά μου, ένα απότομο κατήφορο, χωματόδρομο πολύ επικίνδυνο, και λέω:
        «Τί μονοπάτι κατηφορικό είναι αυτό; Αν περάσει κανένα αυτοκίνητο θα κινδυνεύσει…».
        Μου απαντά τότε ο Άγιος:     
     «Εδώ πάτερ Ιάκωβε δεν υπάρχουν αυτοκίνητα. Άφησέ το αυτό το μονοπάτι. Μη το κοιτάζεις καθόλου. Εσύ βάδιζε το δρόμο που βαδίζεις»!!
        Επροχωρούσαμε, λοιπόν, στον ανθισμένο αυτό δρόμο και λέω:
        «Ας κοιτάξω τι υπάρχει γύρω…»!
       Βλέπω κάποια ωραιότατα σπιτάκια, σαν παλατάκια, με τις περιφράξεις τους, με τις εξώπορτές τους, γεμάτα λουλούδια και ομορφιά και φως, αλλά ήσαν ακατοίκητα και δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος μέσα.
        Λέω τότε στον Άγιο:
       «Γέροντα, τι ησυχία και τι ομορφιά είναι αυτή;; Ας είχα και εγώ ένα τέτοιο σπιτάκι, να κάθωμαι στην ησυχία, να κάνω την προσευχή μου, γιατί εγώ είμαι άνθρωπος της ησυχίας»!!
        Τότε εσήκωσε ο Άγιος Δαβίδ το χέρι του και μου έδειξε το σπιτάκι, που ήταν προωρισμένο γιά εμένα. Αμέσως, όμως μετά, ευρέθηκα στο κελί μου και είπα:
        «Γιατί ξαναγύρισα σ’ αυτό το κόσμο;; Αχ, να μην ξαναγύριζα, αλλά να έμενα γιά πάντα εκεί!» ”!!!