<< Ο Παπά-Τύχων γεννήθηκε εις την Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884.
Οι γονείς του, ο Παύλος και η Ελένη, ήταν ευλαβείς άνθρωποι, και επόμενο ήταν και ο καρπός τους, ο Τιμόθεος (κατά κόσμον), να έχη κληρονομική την ευλάβεια και την αγάπη προς τον Θεόν και να θέλη να αφιερωθή εις τον Θεόν από μικρό παιδί!
Έβλεπαν οι γονείς τον μεγάλο Θείο ζήλο του παιδιού τους, αλλά δίσταζαν να του δώσουν την ευχή τους να πάη σε Μοναστήρι, επειδή το έβλεπαν εύσωμο και με ζωηρή φύσι. Ήθελαν να ωριμάση και στην σκέψι και μετά να αποφασίση μόνος του. Του έδωσαν όμως ευλογία να επισκέπτεται Ιερές Μον! Τότε, έκανε τα μεγάλα και ατέλειωτα προσκυνήματα στα Μοναστήρια της Ρωσίας και πέρασε, περίπου από διακόσιες Ιερές Μονές! Στα Μοναστήρια που επήγαινε, παρόλο που ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος από την οδοιπορία του, απέφευγε με τρόπο την φιλοξενία, γιά να ασκήται ο ίδιος και να μην επιβαρύνη τους άλλους.
Σε μία επαρχία όμως είχε ταλαιπωρηθή πολύ, διότι οι κάτοικοι εκεί έτρωγαν ψωμί από βρίζα (σίκαλη). Επειδή ο Τιμόθεος δεν έτρωγε τίποτε άλλο εκτός από ψωμί, και το ψωμί της σίκαλης έχει συνήθως μία άσχημη μυρωδιά και είναι σαν λάσπη, δεν μπορούσε να το φάη. Γι’ αυτό είχε εξαντληθή ο νέος. Πηγαίνει λοιπόν στον φούρναρη, από τον οποίο είχε ζητήσει και άλλη φορά ψωμί άσπρο, να τον παρακαλέση γιά λίγο ψωμί, επειδή νόμιζε ότι θα έχη γιά τον εαυτό του καλό ψωμί. Εκείνος όμως, μόλις είδε τον Τιμόθεο από μακρυά ακόμη, του είπε να φύγη. Λυπημένος και εξαντλημένος όπως ήταν ο νέος έπιασε μία άκρη και με όλη την παιδική του απλότητα έκανε προσευχή εις την Παναγία: «Παναγία μου, θέλω να με βοηθήσης, γιατί θα πεθάνω στο δρόμο, πριν να γίνω Καλόγερος... Δεν μπορώ να το φάω αυτό το ψωμί».
Δεν πρόλαβε να τελειώση την προσευχή του, και ξαφνικά του παρουσιάζεται μιά Κόρη με λαμπερό Πρόσωπο, του δίνει μία φραντζόλα άσπρο ψωμί και αμέσως εξαφανίζεται! Εκείνη την στιyμή τα έχασε ο Τιμόθεος. Δεν μπορούσε να εξηγήση αυτό το γεγονός. Του περνούσαν διάφοροι λογισμοί. Ένας λογισμός ήταν μήπως τον άκουσε η κόρη του φούρναρη και τον λυπήθηκε, και είπε στον πατέρα της, να του δώση λίγο καλό ψωμί. Σηκώνεται πάλι ο νέος και πηγαίνει να τον ευχαριστήση. Αλλά ο φούρναρης νόμιζε πως τον κορόϊδευε ο Τιμόθεος, και τον έβρισε θυμωμένος λέγοντας του: «Άντε, φύγε από εδώ… Ούτε γυναίκα έχω ούτε κόρη...».
Αφού έφαγε από το ευλογημένο εκείνο ψωμί ο Τιμόθεος και δυνάμωσε και πνευματικά, συνέχισε το προσκύνημά του και στα υπόλοιπα Μοναστήρια, αλλά όμως το ανεξήγητο εκείνο γεγονός συνέχεια τριγύριζε στο νου του! Πέρασε αρκετό διάστημα με την απορία αυτή, αλλά αργότερα, όταν του έδωσε ένας Μοναχός ένα βιβλίο με τις Θαυματουργικές Εικόνες της Παναγίας της Ρωσίας, και είδε την Παναγία του Κρεμλίνου, σκίρτησε η καρδιά του από ευλάβεια, τα μάτια του πλημμύρισαν από δάκρυα ευγνωμοσύνης, και είπε: «Αυτή η Παναγία μου έδωσε το άσπρο ψωμί!»!!!
Από τότε την Παναγία την ένοιωθε πιο κοντά, όπως το παιδί την μητέρα του!
Μετά, λοιπόν, από τα Μοναστήρια της Πατρίδος του, έκανε προσκύνημα εις το Θεοβάδιστον Όρος του Σινά, όπου παρέμεινε δύο μήνες, και από εκεί επήγε εις τους Αγίους Τόπους, όπου και ασκήτεψε ένα χρονικό διάστημα, πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Ενώ τον βοηθούσε ο Άγιος Τόπος, ησυχία όμως δεν έβρισκε από το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής μας, που κατέστρεψε, δυστυχώς, με τον δήθεν πολιτισμό της και τα Άγια ακόμη ερημικά μέρη, που γαληνεύουν και αγιάζουν τις ψυχές. Γι’ αυτό αναγκάσθηκε να φύγη γιά το Άγιον Όρος.
Ο πειρασμός όμως, βλέποντας με την πολυχρόνιο πείρα του, ότι ο ευλαβής αυτός νέος πολύ θα προχωρήση εις την πνευματική ζωή και πολλές ψυχές θα βοηθήση γιά να σωθούν, βάλθηκε να τον αχρηστέψη. Ενώ είχε επιστρέψει από την έρημο του Ιορδάνου στην Ιερουσαλήμ, γιά να ετοιμασθή και να προσκυνήση γιά τελευταία φορά τον Πανάγιο Τάφο και να αποχαιρετήση και τους γνωστούς του, χρησιμοποίησε ο πονηρός γιά όργανά του, δύο αθεόφοβες γυναίκες, πατριώτισσές του, οι όποιες τον εκάλεσαν στο σπίτι όπου έμεναν, γιά να του δώσουν δήθεν ονόματα να μνημονεύση εις στο Άγιον Όρος. Ο απονήρευτος Τιμόθεος, που είχε όλο καλούς λογισμούς, το επίστεψε και πήγε. Αλλά, όταν τον έκλεισαν μέσα στο σπίτι και ώρμησαν επάνω του με ανήθικες διαθέσεις, τα έχασε… Κοκκίνησε και δίνει μιά σπρωξιά σ’ αυτές και άλλη μιά στην πόρτα, και ξέφυγε από τα νύχια των γερακιών, σαν νέος Ιωσήφ, και έτσι φυλάχθηκε αγνός!
Ήλθε μετά, όπως ήταν αγνό λουλούδι, και φυτεύθηκε εις το Περιβόλι της Παναγίας και πρόκοψε και ευωδίασε με τις αρετές του. Η πρώτη του μετάνοια ήταν το Κελλί του Μπουραζέρι, όπου και παρέμεινε πέντε χρόνια. Επειδή σ’ αυτό δεν εύρισκε ησυχία από τους πολλούς προσκυνητάς, Ρώσους, πήρε ευλογία και πήγε στα Καρούλια και εκεί ασκήτεψε δεκαπέντε χρόνια. Όλο το διάστημα στα Καρούλια το περνούσε με σκληρούς αγώνες. Το εργόχειρό του ήταν οι μεγάλες και οι μικρές μετάνοιες μαζύ με την ευχή και την μελέτη. Δανειζόταν βιβλία από τις Ι.Μονές απ’ όπου έπαιρνε και ευλογία - παξιμάδι, από τα περισσεύματα των κλασμάτων, γιά την οποία έκανε κομποσχοίνί. Έτσι φιλότιμα αγωνιζόταν, γιά να γίνη και εσωτερικά Άγγελος και όχι μόνο εξωτερικά με το Αγγελικό Σχήμα.
Μετά από τα Καρούλια ήλθε στην άκρη της Καψάλας (πάνω από την Καλιάγρα), σ’ ένα Κελλί Σταυρονικητιανό, και γηροκόμησε ένα γέροντα. Αφού πέθανε το γεροντάκι, και πήρε την ευχή του, έμεινε μόνος του στην καλύβη. Από τότε, όχι μόνο δεν αμέλησε τους πνευματικούς του αγώνες, αλλά τους αύξησε, και επόμενο ήταν να δεχθή πλούσια την Χάρι του Θεού, αφού αγωνιζόταν φιλότιμα και με πολλή ταπείνωσι.
Η Θεία Χάρις πια τον εφανέρωνε στους ανθρώπους, και έτρεχαν πολλοί πονεμένοι άνθρωποι, γιά να τόν συμβουλευθούν και να παρηγορηθούν από την πολλή του αγάπη! Άλλοι τον παρακαλούσαν να ιερωθή, γιά να βοηθάη πιο θετικά με το Μυστήριο της Θείας Εξομολογήσεως, αφού θα έδινε και την άφεσι των αμαρτιών. Αυτή την ανάγκη, να βοηθηθούν οι άλλοι, την διεπίστωσε και ο ίδιος και εδέχθη να χειροτονηθή. Στο Κελλί του όμως Ναός δεν υπήρχε, ενώ ήταν πιά απαραίτητος, ούτε και χρήματα είχε, αλλά είχε μεγάλη πίστι εις τον Θεόν. Έκανε λοιπόν προσευχή και ξεκίνησε γιά τις Καρυές με την εμπιστοσύνη εις τον Θεόν ότι, θα του οικονομούσε τα χρήματα, που θα χρειαζόταν γιά τον Ναό. Πριν ακόμη φθάση στις Καρυές, τον είδε από μακρυά ο Δίκαιος του Προφήτη Ηλία (Ρωσικού) και τον φώναξε. Όταν επλησίασε κοντά, του είπε: «Κάποιος καλός Χριστιανός από την Αμερική μου έστειλε μερικά δολάρια, να τα δώσω σ’ έκείνον που δεν έχει Ναό, γιά να κτίση. Εσύ δεν έχεις Ναό, παρ’ τα και φτιάξε. Δάκρυσε ο Γέροντας από συγκίνησι και ευγνωμοσύνη εις τον Θεόν, ευχαρίστησε και τον Δίκαιο και είπε το «Θεός συγχωρέσοι» γιά τον άνθρωπο του Θεού που του έστειλε την ευλογία!>>!!!
Πηγή: «Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα», Μοναχού Παϊσίου Αγιορείτου, σελ.: 15-19
