Τρίτη 28 Απριλίου 2026

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ(!!!), ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΕΦΗΣΥΧΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝ ΤΑΙΣ ΑΜΑΡΤΙΑΙΣ...

 

Τη 28η του μηνός Απριλίου.
Διήγησις περί του γενομένου Θαύματος εν Αφρική,
εν πόλει Καρθαγένη.

<<Όταν βασιλιάς ήταν ο Ηράκλειος και Πατρίκιος ο Νικήτας, έγινε στην Αφρική το παρακάτω Θαύμα:

Κάποιος αξιωματικός του Βασιλικού Στρατού ευρισκόταν στην Καρθαγένη. Επειδή έπεσε στην πόλι θανατικό, πήρε τη γυναίκα του και  κατέφυγε σ’ ένα προάστιο, γιά να γλυτώση τάχα τον θάνατο. Στην πραγματικότητα όμως έφυγε, επειδή ο διάβολος τον παρακίνησε ν’ αμαρτήση. Σπέρνοντάς του δηλαδή σαρκικούς λογισμούς, τον κατάφερε να πέση σε μοιχεία με τη γυναίκα του κηπουρού του. Δεν πέρασε πολύς καιρός από την πτώσι του, και αυτός αρρώστησε βαρειά από βουβωνοκήλη, που τον ωδήγησε τελικά εις τον θάνατο.

Τρείς ώρες μετά την ταφή του, ακούσθηκαν κραυγές μέσα από το μνήμα.

Έτρεξαν και σήκωσαν την ταφόπλακα.

Τί να δουν τότε!

Ο αξιωματικός ήταν ζωντανός!

Ζωντανός, μα άλαλος. Δε μπορούσε να μιλήση. Το παράδοξο γεγονός έφθασε μέχρι τ’ αυτιά του Θαλασσίου, του Πάπα της Αφρικής, που έτρεξε αμέσως επί τόπου γιά να παρηγορήση τον ταλαίπωρο αξιωματικό.

Πέρασαν τέσσερις ημέρες και τότε η φωνή του λύθηκε και άρχισε να διηγήται:

«Λίγο πριν να εξέλθη. η ψυχή μου από το σώμα, έβλεπα να με κυκλώνουν μερικοί μαύροι, φοβεροί στην όψι. Μετά είδα, να με πλησιάζουν δύο ωραίοι νέοι. Ήσαν Άγγελοι! Μόλις τους αντίκρυσα, η ψυχή μου γέμισε χαρά! Με πήραν τότε μαζύ τους και αρχίσαμε ν’ ανεβαίνουμε εις τον Ουρανό! Στην εναέρια πορεία μας συναντούσαμε κάθε τόσο τα τελώνια, εκείνους τους μαύρους, που εξέταζαν κάθε αμαρτία μου. Άλλο τελώνιο ήταν του ψεύδους, άλλο του φθόνου, άλλο της πλεονεξίας... Οι Άγγελοι, πάντως, τους εξουδετέρωναν, παρουσιάζοντας τις αγαθές μου πράξεις. Όταν όμως φθάσαμε εις την Πύλη του Ουρανού, εκεί συναντήσαμε ένα ολόκληρο τάγμα τελωνίων, το τάγμα της πορνείας… Αυτοί παρουσίασαν τη μοιχεία, που είχα κάνει πριν από λίγο καιρό. Και έτσι ενίκησαν… Τότε μ’ άρπαξαν και μ’ έσυραν εις τα βάθη της γης. Εκεί οι ψυχές των αμαρτωλών δοκιμάζουν τέτοια μαρτύρια, που η ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να τα διηγηθή. Καθώς έπιασα να θρηνώ εκεί κάτω, εφάνησαν πάλι μπροστά μου οι δύο Άγγελοι. «Ελεήστε με», τους ικέτεψα κλαίγοντας, «καί δώστε μου καιρό να μετανοήσω». Εστράφη τότε ο ένας και λέει εις τον άλλο: «Παίρνεις την ευθύνη γι’ αυτόν; Να του δώσουμε καιρό να μετανοήση;». «Να του δώσουμε», αποκρίθηκε ο άλλος Άγγελος. Με πήραν τότε και μ’ έφεραν πίσω εις τον τάφο. Εκεί ευρήκα το σώμα μου να έχη γίνει ως λάσπη και βούρκος, γι’ αυτό και δεν ήθελα να εισέλθω εις αυτό. Οι Άγγελοι όμως μου είπαν αυστηρά: «Είναι αδύνατον να μετανοήσης παρά μόνο με το σώμα σου, αφού μ’ αυτό αμάρτησες…». Τότε μπήκα εις το σώμα μου. Και αυτό εζωντάνεψε και έτσι άρχισα να φωνάζω»!

 

Εδώ τελείωσε την διήγησί του ο αξιωματικός.

Και αφού έζησε σαράντα ημέρες ακόμη με τέλεια ασιτία, με θρήνους και οδυρμούς, εκοιμήθη πάλι>>!!!

 

Πηγή κειμένου: «Διηγήσεις φοβερές και ωφέλιμες».

Από τα Μηνιαία της Εκκλησίας μας.

Εκδόσεις Ι.Μονής Παρακλήτου Ωρωπός.