<<Ήταν πριν από τον πόλεμο του 1940.
Μιά Κυριακή πρωΐ ένας υπάλληλος παντοπωλείου μεταφέροντας ψώνια σ’ ένα σπίτι στον Νέο Κόσμο, πέρασε μπροστά από τον Ιερό Ναό του Αγίου Παντελεήμονος, προκειμένου να ανεβή τα σκαλάκια που ευρισκόντουσαν πέρα από τον Ι. Ναό, και κοντοστάθηκε απ’ έξω να κάμη τον Σταυρό του.
Εκείνη την ώρα ο π. Σπυρίδων Σγουρόπουλλος εκήρυττε.
Η βροντώδης φωνή Του που ακουγόταν ως έξω, τον σταμάτησε...
Ζωηρά ένοιωσε την ανάγκη, να μπορούσε να μπη μέσα να ακούση. Αλλά πώς να γίνη αυτό; Ήταν υποχρεωμένος, αφού μεταφέρη τα ψώνια, να γυρίση αμέσως στο κατάστημα. (Σιωπηλώς τότε παραβιαζόταν η Κυριακή αργία...). Αμφιταλαντεύθηκε γιά μιά στιγμή. Τέλος πήρε την απόφασί του: «Στο γυρισμό, αφού παραδώσω τα ψώνια θα πάω στην Εκκλησία ν’ ακούσω, ας αργήσω στο μαγαζί και ας γίνη ό,τι γίνει…».
Πράγματι, στο γυρισμό εμπήκε μέσα εις τον Ιερό Ναό και παρακολούθησε το υπόλοιπο κήρυγμα που είχε γιά θέμα: «Περί μετανοίας και εξομολογήσεως».
Τότε μιά αναστάτωσι έγινε μέσα του!
Όλη την εβδομάδα μιά επίμονη σκέψι τον βασάνιζε και μιά επιθυμία, να μπορούσε να ξαναπάη ν’ ακούση αυτά τα λόγια του ιερέα. Την επόμενη και μεθεπόμενη Κυριακή κατάφερε να ξαναπάη και να παρακολουθήση έτσι, σε τρία συνεχή κηρύγματα, την διδασκαλία: «Περί μετανοίας και εξομολογήσεως»!
Έπειτα από λίγες μέρες, ένα βραδάκι, έρχεται πάλι στον Ιερό Ναό του Αγίου Παντελεήμονος και ζητά τον π. Σπυρίδωνα. Τότε, του αφηγείται με ποιές συνθήκες τον άκουσε και τί αισθάνθηκε! Και τώρα θέλει να εξομολογηθή! Εκείνος ολοπρόθυμα παρέλαβε αυτή την ψυχή, που ευρισκόταν σε τελεία Θρησκευτική άγνοια. Της εξομολογήσεως, ευλόγως προηγήθηκε συστηματική κατήχησι της Χριστιανικής Πίστεως και ο νέος αυτός εδιδάχθη, εφωτίσθη, ηγιάσθη διά της Θείας Χάριτος και μπήκε εις τον δρόμο του Θεού!
Κυριακή δεν ξαναεργάσθηκε πλέον ο νέος εκείνος, διότι συμμορφώθηκε με την ιδιαίτερη σύστασι του π. Σπυρίδωνος: «Παιδί μου, η Κυριακή δεν είναι δική σου, ούτε του καταστηματάρχη σου, ανήκει εις τον Θεόν!! Να μην εργασθής πλέον Κυριακή. τηρώντας την Εντολή του Θεού, και να έχης πλήρη πεποίθησι ότι, δεν θα σ’ αφήση Εκείνος να χαθής!! Θα φροντίση γιά σένα!»!
Ανήμερα στις 28 Οκτωβρίου του 1940, ενώ ακόμη ηχούσαν οι σειρήνες που ανήγγελλαν τον πόλεμο, ο π. Σπυρίδων ευρισκόμενος στον Ι. Ναό, εδέχθη την επίσκεψι του γνωστού μας νέου. Τον επλησίασε, έπεσε στα πόδια Του Και Τού είπε : «Πάτερ Σπυρίδων, φεύγω γιά το μέτωπο, δος μου την συγχώρησι των αμαρτιών μου και την ευλογία Σου!»!
Ο νέος εκείνος δεν ξαναγύρισε στην Αθήνα! Το κορμί του έμεινε στα βουνά της Πίνδου, η ψυχή του όμως πέταξε εις τον Ουρανό!!
Μερικές φράσεις της βοντώδους φωνής του π. Σπυρίδωνος, που είχαν ξεφύγει από τον Ι.Ναό και ακούσθηκαν από τον διερχόμενο βιοπαλαιστή, η Θεία Χάρις τις είχε χρησιμοποιήσει, γιά να σωθή μιά ακόμη ψυχή!>>!!!
Κ.Κ.Ν. Φιλόλογος.
Πηγή: «Σπυρίδων Σγουρόπουλλος - Ο Αφανής Πρεσβύτερος», επιμελεία, Επιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου - 1961!

