Ένας νέος, παιδί πλουσίας οικογενείας, εγκατέλειψε το πατρικό του, σαν τον άσωτο υιό της παραβολής, επήγε και αυτός σε μακρινή Χώρα και εκεί σπατάλησε όλα τα χρήματά του... Όταν πια δεν του έμεινε ούτε πεντάρα στην τσέπη, έγραψε στον πατέρα του και του ζήτησε να του στείλη άμεσα χρήματα, διότι υπέφερε...
Ο νέος, περίμενε την απάντησι με μεγάλη αγωνία και ανυπομονησία. Όταν ήλθε το περιπόθητο γράμμα, το ανοίγει με λαχτάρα, αλλά δεν βλέπει μέσα στον φάκελο χρήματα. Τον πιάνει ταραχή, απελπισία και απόγνωσι. Έτσι, χωρίς καν να διαβάση την επιστολή, που υπήρχε μέσα στο φάκελο, πηγαίνει σ’ έναν γκρεμό, πέφτει και σκοτώνεται…
Μετά από αυτό το κακό, ένας φίλος του νέου ευρίσκει την πεταμένη επιστολή, την διαβάζει και τί βλέπει! Ο πατέρας του νέου, τού υπεδείκνυε κάποιο φιλικό πρόσωπο στην Χώρα που ευρισκόταν, από το οποίο θα μπορούσε να ζητά χρήματα όποτε είχε ανάγκη!
Πόσοι άνθρωποι παγιδεύονται στα πλοκάμια της απογνώσεως και της απελπισίας, αγνοώντας τα σημάδια του Θεού και καταλήγουν στην απώλεια...
