Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2020

Η ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ!!!

   

        Κάποτε, ένας εργάτης, ενώ έσκαβε με πολλούς άλλους μαζί, στην στοά ενός νταμαριού, μετακινήθηκε ένας μεγάλος βράχος με αποτέλεσμα η στοά να καταρρεύσει, καταπλακώνοντας τους πάντες...

        Η γυναίκα αυτού του εργάτη, η κυρία Αργυρώ, κανόνισε από το υστέρημά της με τον ιερέα του χωριού, να κάμη σαράντα Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της, σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε το δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι ο σύζυγος της ήταν νεκρός.

        Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα στο ιερέα και κανόνιζε όλα τα απαραίτητα. Όταν έφθασε ο ιερέας στις είκοσι Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά-Αργυρώς και αφού μετασχηματίσθηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: «Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία, γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου!». Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των σαράντα ημερών.

        Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν την στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία τελικά ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σε ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρώπινη φωνή που τους έλεγε: «Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν».

        Αυτοί εθαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, ευρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό. Ήταν ο άνδρας της κας Αργυρώς!!! Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε τόσες ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό!

        Κι αυτός, τότε, τους έλυσε την απορία λέγοντας: «Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος, αοράτως, δεν ξέρω πως, ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα και έπινα. Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και επικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί ενόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα. Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους, και έτσι με αυτόν τον τρόπο κατάφερα να επιζήσω!».

        Όλοι εδοξολόγησαν τον Θεό και ιδιαίτερα η κυρά-Αργυρώ που έζησε αυτό το θαυμαστό γεγονός μ’ αυτόν τον τρόπο!