Τρίτη, 7 Ιουλίου 2020

Ο Γ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

                 Ο γ. Γεώργιος Λαζάρ, υπήρξε ένας εκλεκτός άνθρωπος του Θεού, με μιά ζωή χωρίς προηγούμενο σ' όλη τη χώρα. Δεν έζησε μέσα σε Μοναστήρι, αλλά πέρασε από πάρα πολλές δοκιμασίες… Επίσης δεν κρύφθηκε μέσα στα όρη και τα βουνά, αλλά έζησε όλη του τη ζωή ανάμεσα στους ανθρώπους, όπου τον έβλεπαν και να τον άκουγαν οι πάντες, προσφέροντας έτσι, σε όλους, το παράδειγμα μιάς ζωής αφιερωμένης ολοκληρωτικά στον Χριστό. Πολλοί άνθρωποι τον γνώρισαν και ωφελήθηκαν από το παράδειγμά του.

          Αυτός ο ασυνήθιστος και εξαιρετικά πιστός άνθρωπος, γεννήθηκε στην κοινότητα του Σουσάγκ της επαρχίας της Άλμπα. Ήδη από την παιδική του ηλικία, έβλεπαν στο πρόσωπό του, ένα χαρισματούχο άνθρωπο. Αργότερα, ενυμφεύθηκε και απέκτησε πέντε παιδιά. Αυτός ασχολιόταν με τα ζώα και η γυναίκα του με το νοικοκυριό. Το σπίτι τους ήταν μιά πραγματική Εκκλησία. Διάβαζαν τακτικά το Ψαλτήρι, νήστευαν και έκαναν κάθε μέρα ελεημοσύνη. Συγχρόνως, εκαλλιέργησε την νοερά προσευχή, που τον ανέβαζε πνευματικά.

          Στα 1884, μαζί με άλλους συγχωριανούς του και με τη συγκατάθεση της συζύγού του, έφυγε για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα. Ακολουθώντας τις συμβουλές ενός αναχωρητού, πήγε μόνος του στην έρημο του Ιορδάνου και από εκεί, μέσω του Σινά, έφθασε στην έρημο του Νείλου. Για τρία χρόνια, αγωνίσθηκε με νηστεία, προσευχή και μελέτη. Δεν είχε μαζί του παρά το Ευαγγέλιο και το Ψαλτήρι. Μ’ αυτά τα δύο βιβλία άφησε τη Χώρα του. Μ’ αυτά τα δύο γύρισε πίσω και αυτά κρατώντας τα στα χέρια του, παρέδωσε την ψυχή του!!

          Έπειτα από τα τρία χρόνια της μονώσεως, επανήλθε στα Ιεροσόλυμα. Στη συνέχεια, επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και τέλος επέστρεψε στη Χώρα του. Η όψη του φωτιζόταν από την νοσταλγία του Δημιουργού, τα μάτια του ήσαν γαλήνια όπως ο ήλιος, η ψυχή του ειρηνική, η ομιλία του αργή και γεμάτη σοφία, το βάδισμά του ήρεμο, η προσευχή του αδιάλειπτος! Για να σκληραγωγήσει το σώμα του, ο Λαζάρ ο προσκυνητής, περπατούσε χειμώνα-καλοκαίρι ανυπόδητος και ασκεπής (χωρίς να καλύπτει το κεφάλι του). Στην πλάτη του είχε ένα παλιό γούνινο σακάκι κι ένα δισάκι όπου είχε το Ευαγγέλιο, στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα μακρύ ραβδί μ' έναν σταυρό στο άκρο του και στο αριστερό του χέρι κρατούσε το Ψαλτήρι. Έτσι λοιπόν επέστρεψε στην Πατρίδα του ο π. Γεώργιος και έτσι έζησε σαν μέγας προσκυνητής, μέχρις ότου τον κάλεσε ο Κύριος.

          Είχε διαλέξει για κατοικία του την πόλη της Πιάτρα Νεάμτς, στον ίδιο μάλιστα τον πύργο του Στεφάνου του Μεγάλου. Δεν ζούσε όμως κλεισμένος εκεί, πήγαινε από το ένα Μοναστήρι στο άλλο, από το ένα χωριό στο άλλο, από τη μία Εκκλησία στην άλλη, προσευχόμενος αδιάκοπα και απαγγέλλοντας το Ψαλτήρι από στήθους. Την νύκτα, ο προσκυνητής, μισοκοιμόταν μία ή δύο ώρες, εκεί όπου ευρισκόταν. Μετά τα μεσάνυκτα, έμπαινε μέσα στην Εκκλησία και προσευχόταν μόνος, σηκώνοντας τα χέρια, γονατίζοντας, χύνοντας καυτά δάκρυα κατανύξεως αλλά και χαράς, μέχρι την ανατολή του ηλίου, οπότε και συνέχιζε τον δρόμο του, ώσπου να καταλήξει ξανά στο άγιο μέρος του Στεφάνου του Μεγάλου, στην Πιάτρα Νεάμτς.

          Το παράδειγμα του γ. Γεωργίου, ενέπνευσε πολλούς ανθρώπους. Έστελνε σε μοναστήρι τις κοπέλες που θεωρούσε ποιό πιστές. Κι αυτές γίνονταν εκεί μοναχές εμπειροπόλεμες. Καμία όμως δεν κατάφερνε να ξεπεράσει τον διδάσκαλο, γιατί σ’ αυτόν αναπαυόταν άφθονη η Χάρις του Αγίου Πνεύματος.

          Ο προσκυνητής Γεώργιος δεν κρύωνε τον χειμώνα, δεν ζεσταινόταν το καλοκαίρι και δεν αρρώστησε ποτέ, ούτε μία μέρα στη ζωή του. Όταν προσευχόταν τη νύκτα, το πρόσωπό του φωτιζόταν. Πολλοί άνθρωποι του δίνανε χρήματα, τα οποία εκείνος μοίραζε στους πτωχούς. Του αποδίδονται επίσης θαυματουργικές θεραπείες, καθώς και προφητείες. 0 γ. Λαζάρ πέθανε στις 15 Αυγούστου του 1918, στη γενέτειρα του Στεφάνου του Μεγάλου.

          Όταν οι άνθρωποι έβλεπαν τον προσκυνητή Γεώργιο να είναι με γυμνά πόδια το χειμώνα, του έλεγαν:

          «Γέροντα Γεώργιε, θα θέλαμε να σου αγοράσουμε υποδήματα, γιατί το χιόνι είναι πολύ και κάνει τρομερό κρύο».

          «Όχι, καλοί μου φίλοι», τους έλεγε. «Τα πόδια μου είναι πιο ζεστά από τα δικά σας».        Και όντως, βλέπανε έναν ελαφρύ ατμό, να υψώνεται από το κεφάλι και τα πόδια του.

          Ενίοτε ο γέροντας, ερωτάτο από τους μαθητές του:

          «Πείτε μας, γ.Γεώργιε, από πότε αρχίσατε να περπατάτε με γυμνά πόδια και γυμνή κεφαλή;».

          «Στην έρημο του Ιορδάνου, ο δαίμονας μου επετέθη με πολλούς πειρασμούς και τον αντιμετώπισα πρόσωπο προς πρόσωπο. Μία φορά μου πήρε τα παπούτσια μου και δεν τα ξαναβρήκα. Μία άλλη φορά μου πήρε το σκούφο μου, γιά να μου φέρει αναστάτωση στις προσευχές μου. Τότε, ζήτησα από τον Θεόν, να έλθη σε βοήθειά μου και έδωσα υπόσχεση, να περπατάω γυμνόπους και ασκεπής, για όλο το υπόλοιπο της ζωής μου»!!

          Καθημερινά, ο γέρων Γεώργιος, απήγγελλε όλο το Ψαλτήρι από στήθους. Το έλεγε χωρίς να βιάζεται, καθαρά, ψέλνοντάς το λιγάκι, καθώς βάδιζε στους δρόμους. Την νύκτα, προσευχόταν μέσα σε μία Εκκλησία με πύρινες ικεσίες. Στεκόταν όρθιος και ακίνητος, με σηκωμένα τα χέρια γιά τρεις ώρες και κανένας από τους μαθητές του δεν έμαθε ποτέ τί προσευχές έλεγε. Τοποθετούσε μετά το γούνινο σακάκι και το δισάκι του σ’ ένα στασίδι και έκανε εκατοντάδες μετάνοιες, μνημονεύοντας κάθε Άγιο του Συναξαρίου μ’ αυτή τη μικρή φράση:

          «Άγιε και Σεβαστέ πάτερ (τάδε), πρέσβευε στον Θεόν για μας τους πτωχούς αμαρτωλούς». Και τελειώνοντας τις παρακλήσεις του, έκανε μία μετάνοια προς τον κάθε ένα από τους πιστούς που του έδιναν κάποια ελεημοσύνη λέγοντας:

          «Αγία Τριάς, ελέησε τον (τάδε), που ελέησε εμένα τον πτωχό και αμαρτωλό». Και, πράγμα καταπληκτικό, γνώριζε απ έξω εκατοντάδες ονόματα.

          Πήγαινε μία φορά, με δυο μοναχούς, στο μικρό μοναστήρι της Σίχλα μέσα από το βουνό. Στον δρόμο, περπατούσε μόνος, γιά να προσεύχεται. Ξαφνικά, σκόνταψε και παραλίγο να πέσει. Γύρισε τότε προς τους μοναχούς και τους είπε:

          «Είδατε τί μου συνέβη; Δεν άφησα, παρά γιά μία στιγμή την προσευχή και η Χάρις του Θεού, προσωρινά υπεχώρησε… Μόλις το πνεύμα μου, αντί να ανέβη, κατέβηκε, σκόνταψα σωματικά, γιά να μου υπενθυμίσει ο Θεός ότι, ο νους μου οφείλει πάντοτε να ανατρέχει σ’ Αυτόν»!!

          Διηγούνται ότι, τα σκυλιά δεν γαύγιζαν ποτέ, όταν περνούσε ο γ. Γεώργιος. Όλοι οι πιστοί, νέοι και γέροι, έβγαιναν από τα σπίτια και τους κήπους, για να τον δουν να περνάει.

          Κάποτε οι μαθητές του τον ρώτησαν:

          «Έχετε πληροφορηθή από τον Θεόν γιά το τέλος σας, Γέροντα;;».

          Και απάντησε :

          «Όταν ο Λαός θα ευρίσκεται σε αναταραχή, αλλά οι καμπάνες… θα κτυπούν χαρμόσυνα».

          Ο Λαζάρ ο προσκυνητής, εκοιμήθη στις 15 Αυγούστου του 1916, και οι καμπάνες αντηχούσαν πανηγυρικά, για την εορτή της Παναγίας μας!!

          Το 1934, ο μαθητής του, ο πρωτοσύγκελλος Δαμασκηνός Τρόφιν, θέλησε να μεταφέρει τα οστά του γ. Λαζάρ από την Πιάτρα Νεάμτς, στο Μοναστήρι της Ρίσκα. Έκανε την ανακομιδή λοιπόν και ξεκίνησε για τον προορισμό του. Όταν όμως έφθασε στον δρόμο που οδηγεί στο Μοναστήρι Βάρατεκ, τα άλογα κατευθύνθηκαν μόνα τους, καλπάζοντας προς το Μοναστήρι αυτό. Εκεί, λοιπόν, αναπαύονται τα λείψανα του γ.Γεωργίου Λαζάρ.

Πηγή: Μικρό Γεροντικό της Μολδαβίας (Εν Πλω)