Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2020

«ΕΝ ΦΥΛΑΚΗ ΗΜΗΝ, ΚΑΙ ΗΛΘΕΤΕ ΠΡΟΣ ΜΕ» (Ματθ. ΚΕ’ 36’)!!!

 


    Ζούσε στο Μαρούσι μία φτωχή οικογένεια, που δοκιμάσθηκε από αλλεπάλληλες συμφορές. Εκείνη την περίοδο είχε μείνει μόνον η χήρα μητέρα, μ’ ένα γιο, νέο παλικάρι, γύρω στα τριάντα. Το παιδί αυτό, ήταν η μόνη ανθρώπινη παρηγοριά γιά τη φτωχή και άρρωστη μητέρα.
    Δυστυχώς, μιά νέα συμφορά ήλθε να χτυπήσει το φτωχό αυτό σπίτι. Ο γιος ευρέθηκε σε μιά παρέα. Ξεκίνησε κάποια διαφωνία, οι εγωισμοί και τα νεύρα τεντώθηκαν και το κακό δεν άργησε να γίνει. Το νέο παλληκάρι, πάνω στη συμπλοκή σκοτώθηκε. Ο δράστης συνελήφθη και κλείσθηκε στη φυλακή.
    Ο πόνος γιά τη χαροκαμένη μάνα αβάσταχτος. Ξαφνικά έμεινε μόνη, χωρίς καμμιά ανθρώπινη παρουσία. Σε λίγο πήρε το δρόμο γιά τη Νερατζιώτισσα, να αποθέσει το δράμα της στον π.Αθανάσιο Χαμακιώτη.
    Ο Γέροντας άκουσε τον πόνο της, έκλαψε μαζί της, στάλαξε το βάλσαμο της ουράνιας παρηγοριάς στην καρδιά της και προχώρησε πιο πέρα. Έμεινε γιά λίγο σκεπτικός. Πόνεσε όχι μόνον το θύμα, αλλά και τον θύτη που ευρισκόταν στη φυλακή.
    Θυμήθηκε το, «εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με» (Ματθ. ΚΕ’36’) και τον Άγιο Διονύσιο τον Επίσκοπο Αιγίνης, που το σκήνωμα του ευρίσκεται στην Ζάκυνθο, ο Οποίος συγχώρησε το φονιά του αδελφού του. Και πρότεινε αυτό το δρόμο, των Αγίων, στην πονεμένη μάνα. Της ζήτησε όχι μόνο να συγχωρήσει τον εγκληματία, αλλά να πράξει και κάτι το θυσιαστικό και συγχρόνως θαυμαστό:
    «Παιδί, σκέψου και αυτόν τον άνθρωπο τώρα εκεί που ευρίσκεται στη φυλακή... Θα υποφέρει από τύψεις συνειδήσεως... Θα κρυώνει... Θα πεινάει... Ο Χριστός μας έδωσε εντολή να συγχωρούμε τους εχθρούς μας!! Γι’ αυτό και συ να του πλέξεις μόνη σου μιά φανέλα, να του πάρεις και λίγα τρόφιμα και να του τα πας στη φυλακή!!».
    Η απλή αυτή γυναίκα, που δεν ήξερε να διαβάζει και δεν γνώριζε περί «Θεολογίας», αλλά ζούσε στην πράξη την Εκκλησιαστική ζωή, όχι μόνο δεν αντέδρασε, αλλά έκανε απόλυτη υπακοή στο Γέροντα!!
    Γύρισε στο σπίτι της και με τα ίδια της τα χέρια έπλεξε τη φανέλα. Όταν την ετοίμασε, αγόρασε από το υστέρημά της τρόφιμα, γλυκά κλπ., τα έβαλε σε μία μεγάλη τσάντα και ξεκίνησε γιά τη φυλακή. Ζήτησε τον άνθρωπο αυτόν και όταν εκείνος ήλθε, αντίκρυσε έκπληκτος το πρόσωπο της μάνας, που σήκωνε ένα τόσο βαρύ σταυρό. Η πονεμένη μάνα του παρέδωσε με καλοσύνη την τσάντα και γύρισε αναπαυμένη στο σπίτι της!!!