Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2021

ΕΠΙ ΤΗ 200ΕΤΙΑ, ΑΠΟ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1821

 Α΄ΜΕΡΟΣ – ΠΟΙΗΜΑ

Με αφορμή την συμπλήρωση διακοσίων ετών από της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 και της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, αξίζει να παρουσιάσωμε, το περίφημο ποίημα του μεγάλου Επτανησίου ποιητού Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, που το έγραψε με αφορμή τον απαγχονισμό του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ και το οποίο ο ίδιος απήγγειλε ενώπιον του ανδριάντα του Μεγάλου Αυτού Ιερομάρτυρα και Εθνομάρτυρα, όταν αυτός στήθηκε στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών.   

Ο παλμός και η συγκίνηση του μεγάλου Έλληνα ποιητού, όταν απήγγελε το συγκλονιστικό αυτό ποίημά του, αποτυπώθηκαν στα δημοσιεύματα, του Τύπου της εποχής!! Πέραν όμως του αθανάτου αυτού ποιήματος-θουρίου, ο ισάξιος, του Εθνικού μας ποιητού Διονυσίου Σολωμού, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, έγραψε και ένα εξίσου σημαντικό κείμενο-ομιλία, που αποτυπώνει την ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ που, δυστυχώς, τις τελευταίες δεκαετίες πολλοί δήθεν μου «προοδευτικοί και κουλτουριάρηδες», επιδιώκουν μετά μανίας να ξεχάσωμε… Ότι, δηλαδή, η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία μας, ήταν η Τροφός και Σωτήρια Κιβωτός του Έθνους μας, όλους τους αιώνες της φοβερής Τουρκικής σκλαβιάς!!

Σε δύο συνέχειες θα παραθέσωμε, πρώτα το αθάνατο αυτό Έπος και εν συνεχεία, ένα μέρος από την περίφημη Ομιλία-αποτύπωση των μεγάλων Εθνικών Αληθειών, όπως τα εξεφώνησε και κατέγραψε, ο εμπνευσμένος και άφθαστος πατριώτης και ποιητής μας, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης!!

 

Ποιητική αποτύπωσις του μεγαλείου της θυσίας, του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄!!

Πς μς θωρες κίνητος;... πο τρέχει λογισμός σου,
τ φτερωτά σου τ νειρα;... Γιατί στ μέτωπό σου
ν μ φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσς χτίδες,
σαις μς δίδ᾿ ψη σου παρηγοριας κ᾿ λπίδαις;...
Γιατί στ οράνια χείλη σου ν μ γλυκοχαράζ,
πατέρα, να χαμόγελο;... Γιατί ν μ σπαράζ
μέσα στ στήθη σου καρδιά, κα πς στ βλέφαρό σου
οτ᾿ να δάκρυ πρόβαλε, οτ᾿ λαμψε τ φς σου;...

λόγυρά σου τ βουν κ᾿ ο λόγγοι στολισμένοι
τ λυτρωτή τους χαιρετον... θάλασσ᾿ γριωμένη
π μακρ σ᾿ γνώρισε κα μ᾿ φρισμένο στόμα
φιλε, πατέρα μου γλυκέ, τ λεύθερο τ χμα,
πο σ κρατε στ σπλάγχνα του... Θυμται τν μέρα,
πατέρα μου, σ᾿ δέχτηκε... Θυμται στ λαιμό σου
τ ματωμένο τ σχοινί, κα στ᾿ γιο πρόσωπό σου
τ᾿ τιμα τ ραπίσματα,... τ βόγγο, τ λαχτάρα,
το κόσμου τν ποδοβολή.... Θυμται τν ντάρα,
τν πέτρα πο σο κρέμασαν, τ γύμνια το νεκρο σου,
τ φοβερ τ νέβασμα το καταποντισμο σου...

Δν λησμόνησε τ γ πο σγινε πατρίδα,
Οτε τ χέρι πο εσπλαχνο μ᾿ λόχρυση χλαμύδα
Τ σάρκα σου σαβάνωσε τ θαλασσοδαρμένη
ταν, Πατέρα μου, καρδοι, γονατισμέν᾿ ο ξένοι
Τ αμα σου γλυφαν κρυφ ς τ νύχια το φονι σου...
Τώρα σ
βλέπει γίγαντα, πατέρα, θάλασσά σου...
Τ λείψανό σου τ φτωχό, τ ποδοπατημένο,
Τ᾿ νάστησε γάπη μας κ᾿ δ μαρμαρωμένο
Θ στέκ λόρθο, κλόνητο, κ᾿ αώνια θ ν ζήσ,
Νναι φοβέρα διάκοπη ς νατολ κα Δύση...

Πενήντα χρόνοι πέρασαν σν ντανε μι μέρα!...
Γι σς πο εσθε θάνατοι φεύγουν γλυκας, Πατέρα
Πετον ο ραις μετραιςς το τάφου τ λιμάνι...
Γι μς... κα μόνη μι στιγμ ρκε ν μς μαράν...
Πενήντα χρόνοι πέρασαν κι᾿ κόμ᾿ νατριχίλα
βαθει μς βόσκει τν καρδιά... Μ τ χλωρ τ φύλλα
νθοβολε κι᾿ τάφος σου καὶ᾿ ς τ μνημόσυνό σου
ψώνεταις τν οραν τ νεκρολίβανό σου
μ τν νθν τν μυρωδι κα μ τ καρδιοχτύπι
το κόσμου, πο ζωντάνεψες... Γέροντα, τί σο λείπει;...
Πς μς θωρες κίνητος;... Πο τρέχει λογισμός σου;...
Ποις εν᾿ πόθος σου κρυφς κα ποι τ μυστικό σου;...

Εχαν ξυπνήσει νέλπιστα ο νεκρωμένοι δολοι...
Κι᾿ π τ γέρο Δούναβη ς τ᾿ γριο Κακοσούλι
βραζε γ κα θάλασσα... σεισμός, φωτιά, τρομάρα,
Σπαθ κα ξεθεμέλιωμα κα δάκρυ κα κατάρα...
βρόντουν κι᾿ στραφταν παντο τα κλέφτικα λημέρια
Γοργ το Χάρου θέριζαν τ᾿ χόρταγα τ χέρια
Κ᾿ τον πόλεμος χαρά, τ φονικ παιχνίδια...
Μ μις θολώνουν το λυμπου τ χιονισμένα φρύδια
Κα μαρα νέφη πλώνονται ς το Κίσσαβου τ ράχη.
νατριχιάζουν τ κλαρι κα τ νερ κ᾿ ο βράχοι
Μένουν παράλυτα, νεκρά, σν νχε διαπεράσει
Κρυφ μαχαίρι ατ τ γ κ᾿ σκότωσε τν πλάση...

Εχε προβάλει π μακρ πουλ κυνηγημένο
Σ σύγνεφο μ τ βορι κα μαυροφορεμένο,
Σκοτείδιασε τν οραν μ τ πλατει φτερά του,
Κα μ φων πο ξέσχιζε σκληρά τα σωθικά του,
ρέκαξε κ᾿ μούγκρισε... «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!...
π᾿ κρη ς κρη χαλασμός... Κρεμον τν Πατριάρχην!»...

Το μυστικο διαλαλητ πέφτει ς τ γ ς τ κμα
Τ φλογερ τ μήνυμα κι᾿ π να τέτοιο κρμα
φύτρωσε σβεστη φωτι κα μ τ δύναμή σου
θέριεψε, ζωντάνεψε τ᾿ τιμο τ σχοινί σου
Κ᾿ γεινε φίδι φτερωτ ς τν κόρφο το φονι σου...
Καλόγερε, πς δν ξυπνς ν δς τ θαύματά σου;...

ναστηλώνεται Μορις... Ρούμελη μουγκρίζει...
δρώνουν αμα τ βουνά, τ δάκρυ πλημμυρίζει...
Παντο παράπονο βαθύ, κι᾿ λαλαγμο κα θρνοι...
Διαβαίνει μαύρ᾿ νοιξη... τ ρόδα μας, ο κρίνοι
Λησμονημένοι τήκονται κα τ πουλι σκασμένα
φήνουν ρμη τ φωλι κα φεύγουνε ς τ ξένα...
Σ᾿ το Γερμανο τ μέτωπο κρυφ γλυκοχαράζει
Το Γένους τ ξημέρωμα... Πσα ματιά του σφάζει...
Διωγμέν᾿ π τν Κάλαμο, μ τν ψυχ ς τ στόμα,
Χιλιάδες γυναικόπαιδα δ βρίσκουν φοχτα χμα
Ν μείνουν κυνήγητα κα Χάρος δεκατίζει...
Ρυάζεται Βάλτος, σ θερι τ χαίτη του νεμίζει...
Φλόγα παντο κα σίδερον... δν θ᾿ πομείν λόθρα...
ς τν Κιάφα νεκρανάσταση...Σ το Πέτα καταβόθρα...
Πέτρα δ μένει σάλευτη... κλαρ χωρς κρεμάλα...
ρημι κα ξεθεμέλιωμα ς τν Τρίπολη,ς το Λάλα...
Κι᾿ ταν τ χέρι χόρταινε κα πεφτε στομωμένο
Ν ξανασάν τ σπαθ ς τ θήκη ξαπλωμένο,
φώναζε ντίλαλος... «Χτυπτε, πολεμάρχοι!...
π᾿ κρη σ᾿ κρη χαλασμός... Κρεμον τν Πατριάρχη!».

Φριμάζουν τ Καλάβρυτα... Καπνίζει τ Ζητούνι...
κ᾿ Μάνη νυπόμονη τεντώνει τ ρουθονι
Σν τ καθάριο τ᾿ἄλογο, ν μυρισθ τ᾿ γέρι
Πο, ταχυδρόμος τ᾿ ορανο, μ τ φτερά του φέρει
Το Διάκου τ σπιθοβολ κα τν ναλαμπή του...
γυις τ᾿ νδρούτζου ς τ Γραβι στηλώνει τ κορμί του
Κ᾿ πάνω του, σν ντανε θεόκτιστο κοτρώνι,
Συντρίβεται
ρβανητι μ τν μρ Βρυώνη...
Φεγγοβολον τ πέλαγα ς τν Τένεδο,ς τν Σάμο
Κα κάθε κμα πρχεται ν ξαπλωθ ς τν μμο
Ξερνώντας αμα κα φωτιά, φωνάζει... «Πολεμάρχοι!...
κδίκηση... σπλαχνη... παντο... Κρεμον τν Πατριάρχη!».

Τ Σούλι τ νυπόμονο ψηλ ς τ Καρπενήσι
Το Βότζαρή σου τν ψυχ γι ν σ προσκυνήσ
Σο στέλλει αματοστάλαχτη… Σ τν τάφο του κλεισμένο
Τ Μισολόγγι σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο,
Δν παραδίδει τρματα, δν γέρνει τ κεφάλι...
Κρατε γι νεκροθάφτη του τ Χρστο τν Καψάλη,
Τ ράσο το Δεσπότη του φορε γι σάβανό του,
Κα φλογερ μετέωρο πετ ς τν ορανό του
Κα θάφτεται λοζώντανο… Σ τ διάβα του τρομάζουν
Τ᾿ στέρια πο τ κύτταζαν, κα ταπειν μεριάζουν...
Κλαρ δ φαίνεται χλωρ κα τ στερν χορτάρι
Π
μεν᾿ κόμα πράσινο, τ᾿ ράπικο ποδάρι
Τ μάρανε, τ σκότωσε... Χορτάσαν ο κοράκοι…
Σ τ Ράχοβα, ς τ Δίστομο μ τν Καραϊσκάκη
δελφωμένο πολεμ τς Λιάκουρας τ χιόνι...
Θερίζει τ᾿ σπλαχνο σπαθ κι᾿ πάγος σαβανώνει...

Πλαταίνει πάντα ρημι κα τ σχοινί σου σφίγγει
Το λύκου μας το φτάψυχου τ᾿ χόρταγο λαρύγκι...
κόσμος νταριάζεται... Κα τ σκυλόδοντά του
Ξερριζωμένα πνίγονται μ τ ρυασήματά του
Σ το Ναβαρίνου τ νερά... κα φεύγει... νάθεμά τον!...
σκόρπισαν τ σύγνεφα μ τ᾿ στραπόβροντά των
Κα
κούφια πέμεινε βο το μαύρου καταρράχτη...
Μ᾿ ατά... μ᾿ ατ τ κόκκαλα, τ τρίμματα, τ στάχτη
χτίσαμε, πατέρα μου, τ πτωχικ φωλιά μας.

Κ᾿ κεθε φύτρωσε μυρτι κα τ δαφνόκλαρά μας,
Π᾿ νθοβολον τριγύρω σου. Γιατί τ δάχτυλά σου
κίνητα δν ελογον τ μαρα τ παιδιά σου;...
Σ᾿ τ᾿ νδρειωμένα σπλάχνα σου, μακρν π τν λλάδα
ρρίζωσε τόσο βαθειά του Χάρου φαρμακάδα,
Π᾿ οτε το Ρήγα συντροφιά, καλόγερε, δ φθάνει
Τ σφραγισμένα χείλη σου ν᾿ νοίξ ν γλυκάν...
Οτε τ φς τ κοίμητο πο ς τ πλευρό σου χύνει
Ατό μας τ περήφανο, τ φλογερ καμίνι;...
Οτε, τ δέντρα, τ πουλιά, τ πράσινα χορτάρια...
Οτε τ βασιλόπουλα, το θρόνου μας βλαστάρια,
Πο θρχωνται ν χαιρετον το ποιητο τ λύρα,
Κα ν ρωτον πς γεινε τ ράσο σου πορφύρα;...

Τί θέλεις, γέροντ᾿, π μς;... Δ νοιώθεις μι ματιά σου
Πόσαις θ φλόγιζε καρδιας κι᾿ π τ σωθηκά σου
Πόση θ βλάσταινε ζωή;... Πς δν ξυπνς, πατέρα;...
Δ φέγγει μεσ᾿ ς τ μνμα σου οτε μι τέτοια μέρα;...

Τ μάρμαρο μένει βουβό... κα θ ν μείνει κόμα,
Ποις ξέρει ς πότ᾿ μίλητο τ νεκρικό σου στόμα...
Κοιμται κι νειρεύεται κα τότε θ ξυπνήσ,
ταν στ δάση, στ βουνά, στ πέλαγα, βροντήσ
Τ φοβερό μας κήρυγμα... «Χτυπτε, πολεμάρχοι!
Μ λησμονετε τ σχοινί, παιδιά, το Πατριάρχη!».