Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

ΕΛΑΦΙ ΤΡΟΦΟΣ ΚΑΙ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ.


     Ο Όσιος Ονούφριος έζησε τον 4ο μ. Χ. αιώνα. Γεννήθηκε στην Περσία από πλούσιους και ευγενείς γονείς. Η μητέρα του, επειδή δεν έκανε παιδιά, προσευχόταν καθημερινά στον Θεό για να πραγματοποιηθεί η επιθυμία της. Όταν τελικά συνέλαβε, ο πατέρας του είδε στον ύπνο του έναν Άγγελο, που τον καλούσε να ονομάσει το παιδί Ονούφριο και μετά να το οδηγήσει σ' ένα Μοναστήρι, στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου.

     Πράγματι, λίγες ημέρες μετά την γέννηση του παιδιού, ο πατέρας, συνοδευόμενος από τους υπηρέτες του, πήρε τον δρόμο προς το Μοναστήρι, για να εκπληρώσει το θέλημα του Θεού. Η διαδρομή ήταν μεγάλη και το μωρό έκλαιγε, γιατί πεινούσε. Τότε, προς μεγάλη έκπληξη όλων, παρουσιάστηκε μπροστά τους ένα θηλυκό ελάφι, που φαινόταν ότι μόλις είχε γεννήσει. Πλησίασε με θάρρος κοντά τους, έσκυψε επάνω από το μωρό που έκλαιγε και το άφησε να θηλάσει.
     Όταν η συνοδεία έφθασε στο Μοναστήρι, ο Ηγούμενος τους υποδέχθηκε με χαρά και τους κάλεσε να ξαποστάσουν. Άκουσε με  προσοχή από τον πατέρα όλη την ιστορία, αναρωτήθηκε όμως, πώς θα τρεφόταν το μωρό, αν έμενε εκεί, αφού καμία γυναίκα δεν επιτρεπόταν να εισέλθει στο Μοναστήρι.
     Τότε ο πατέρας του έδειξε το ελάφι, το οποίο στεκόταν ευλαβικά και υπομονετικά έξω από την αυλόπορτα  της Μονής και του είπε, ότι αυτό θα έρχεται κάθε ημέρα για να θηλάζει το μωρό.
     Πράγματι έτσι έγινε. Το ελάφι πήγαινε καθημερινά και έτρεφε τον μικρό Ονούφριο, μέχρι που εκείνος δεν χρειαζόταν πια τον θηλασμό. Στο Μοναστήρι εκείνο διδάχθηκε την Αγία Γραφή και την τάξη της μοναχικής πολιτείας. Αργότερα, βγήκε από το Κοινόβιο και πήγε να μείνει στην έρημο.
     Εξήντα χρόνια έζησε εκεί ο Όσιος Ονούφριος, δοκιμάζοντας πολλά βάσανα. Έζησε τον καύσωνα του καλοκαιριού και την παγωνιά του χειμώνα. Τα ρούχα του φθάρηκαν και έμεινε ολόγυμνος. Τότε ο Κύριος φρόντισε να καλυφθεί το σώμα του με τρίχες, ώστε να μην αισθάνεται το κρύο. Και κάθε ημέρα  Άγγελος Κυρίου του έφερνε ψωμί, για να τρέφεται.  
     Όταν έφθασε το τέλος του βίου του, ένας μοναχός, ονόματι Παφνούτιος, φωτισμένος από τον Θεό πήγε στην έρημο, για να γνωρίσει τον Όσιο και να ενταφιάσει το σώμα του.
      Πράγματι, λίγες ημέρες αργότερα ο Όσιος Ονούφριος παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και ο Παφνούτιος, αφού τον έκλαψε, άρχισε να σκέπτεται πώς θα σκάψει για να τον ενταφιάσει. Δεν είχε στην διάθεσή του κανένα εργαλείο και η γη ήταν τόσο άνυδρη, που, όσο κι αν προσπαθούσε με τα χέρια του, δεν μπορούσε ούτε μια μικρή τρύπα ν' ανοίξει.
     Τότε ξαφνικά παρουσιάστηκαν δίπλα του δύο μεγάλα λιοντάρια, τα οποία, χωρίς χρονοτριβή, άρχισαν να σκάβουν το χώμα με τα νύχια τους. Σταμάτησαν μόνο όταν είχαν ανοίξει ένα λάκκο, αρκετό για να χωρέσει το λείψανο του Οσίου. Μετά ξάπλωσαν ευλαβικά δίπλα στον λάκκο και παρακολούθησαν ακίνητα και απόλυτα  ήρεμα την διαδικασία της ταφής. O Παφνούτιος τύλιξε το σώμα του Οσίου με το πανωφόρι του και το ενταφίασε προσευχόμενος. Μόνο τότε τα λιοντάρια σηκώθηκαν και έφυγαν στην έρημο, τόσο ξαφνικά, όσο είχαν εμφανιστεί. Έπειτα, ο Παφνούτιος γύρισε στο κελί του καί έγραψε τον βίο του Οσίου Ονουφρίου, περιγράφοντας τα όσα θαυμαστά είχε δει, όπως ακριβώς ήταν και η τελευταία επιθυμία του Οσίου.

Πηγή: ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ 
Από το βιβλίο: Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των ζώων.
Εκδόσεις "Ο Αγιος Στέφανος"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου