<<Σε κάποιο Κοινόβιο, την ώρα που ετοιμάζονταν γιά την Θεία Λειτουργία, επήγαν οι διάκονοι να φορέσουν τα μαφόριά τους και ευρήκαν να λείπη ένα· έψαξαν, μα δεν το εύρισκαν. Τότε επήγαν και το είπαν εις τον Ηγούμενο, και εκείνος τους είπε:
«Ψάξτε πάλι καλά».
Όταν ξαναέψαξαν και δεν το εβρήκαν, ο Ηγούμενος το θεώρησε σοβαρό τούτο το παράξενο που συνέβη και λέγει:
«Φαίνεται πως με ληστές συγκατοικούμε… Αλλά ζη Κύριος ο Θεός! Δεν θα γίνη Θεία Ευχαριστία, μήτε θα βάλουμε κάτι εις το στόμα μας, μέχρι να ευρεθή ο ληστής…».
Την ώρα που ο Ηγούμενος με τους διακόνους ερευνούσαν τα κελλιά και οι αδελφοί εκάθονταν εις τα στασίδια τους, ο μοναχός που έκλεψε το μαφόριο λέγει εις τον διπλανό του, ο οποίος ήταν πολύ ευλαβής αδελφός:
«Αλλοίμονό μου , τί έχω να πάθω τώρα…».
«Γιατί;» τον ερωτά ο αδελφός.
«Εγώ έκλεψα το μαφόριο», απαντά ο άλλος, «που τώρα ευρίσκεται εις το κελλί μου, κάτω από ένα κουτί».
«Μη στενοχωριέσαι», του λέει ο ευλαβής μοναχός, «πήγαινε και βάλε το εις το κελλί το δικό μου».
Φεύγει εκείνος τότε, και μεταφέρει το κουτί με το κλοπιμαίο εις το κελλί του αδελφού.
Κάποια στιγμή, καθώς προχωρούσε η έρευνα, ο Ηγούμενος και οι διάκονοι ήλθαν και στο κελλί του ευλαβούς αδελφού και εκεί, ευρήκαν το κουτί! Την ώρα, μάλιστα, που ο διάκονος έβαλε το χέρι του εις το κουτί και έβγαλε το μαφόριο, άρχισε να φωνάζη:
«Ιδού που ο ευλαβής αδελφός επιάσθη να κλέβη!».
Επέστρεψαν τότε όλοι εις την Εκκλησία και άρχισαν να δέρνουν τον ευλαβή αδελφό, καταπληγώνοντάς τον. Ύστερα τον έσυραν έξω από την Εκκλησία και τον έβγαλαν από το Κοινόβιο.
Εκείνος, ωστόσο, τους παρακαλούσε:
«Αφήστε με, αδελφοί, να μετανοήσω και δεν θα το ξανακάνω».
Μα εκείνοι δεν ήθελαν ν’ ακούσουν τίποτε και έλεγαν:
«Δεν μπορούμε να έχουμε μαζύ μας ένα κλέπτη».
Μετά, εμπήκαν εις την Εκκλησία να κάνουν την Θεία Ευχαριστία.
Μόλις, όμως, ο διάκονος επήγε να τραβήξη το παραπέτασμα, εκείνο δεν περπατούσε... Το περιεργάσθηκαν προσεκτικά, μήπως υπήρχε κάτι που το εμπόδιζε, μα δεν ευρήκαν τίποτε... Τότε ο Ηγούμενος εσκέφθη τον αδελφό που έδιωξαν, και τους λέγει:
«Μήπως, αδελφοί μου, τούτο συμβαίνει επειδή εδιώξαμε τον αδελφό μας;
Πηγαίνετε να τον φέρετε… Και θα μάθουμε τον λόγο».
Μόλις εμπήκε ο αδελφός εις τον Ναό, ο διάκος ετράβηξε το παραπέτασμα κ’ εκείνο περπάτησε κανονικά, όπως άλλοτε!
Να, τί θα πη να θυσιάζη κανείς την ψυχή του γιά τον πλησίον! Και εάν δεν μπορέσουμε να φθάσουμε σε τέτοια μέτρα αρετής, τουλάχιστον ας μην καταλαλούμε μήτε να κατακρίνουμε τον πλησίον μας, γιά να μην χάσουμε την χαρά, που είναι προωρισμένοι όλοι οι Άγιοι να απολαύσουν!>>!!!
Γεροντικόν!!!
