Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019

ΟΙ ΕΠΤΑ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΤΑ ΣΤΕΦΑΝΙΑ.


Ήταν ένας Γέροντας στη Θηβαΐδα που έμενε σ΄ ένα σπήλαιο και είχε έναν υποτακτικό δόκιμο. Συνήθιζε ο Γέροντας κάθε βράδυ να του δίνει ωφέλιμες συμβουλές και μετά από τη νουθεσία, έκανε προσευχή και τον έστελνε να κοιμηθεί.
Μια ημέρα έτυχε να έρθουν μερικοί ευλαβείς λαϊκοί που είχαν ακούσει για την μεγάλη αρετή του Γέροντα, ήθελαν να τον επισκεφθούν και να του προσφέρουν και κάτι. Όταν αναχώρησαν οι επισκέπτες, κάθισε πάλι ο Γέροντας μετά το απόδειπνο, όπως το συνήθιζε, και νουθετούσε τον υποτακτικό του. Την ώρα όμως που του μιλούσε κουρασμένος όπως ήταν, τον πήρε ο ύπνος. Ο μαθητής του όμως δεν έφυγε αλλά καθόταν εκεί και τον περίμενε να ξυπνήσει  για να του δώσει την ευχή του. Καθώς λοιπόν καθόταν πολλή ώρα και ο Γέροντας δεν ξυπνούσε, ενοχλήθηκε από λογισμούς, να πάει να κοιμηθεί χωρίς να πάρει την ευχή του Γέροντα. Αλλά βίασε τον εαυτό του και αντιστάθηκε με υπομονή. Πάλι όμως ενοχλήθηκε, αλλά δεν νικήθηκε. Κατά τον ίδιο τρόπο ενοχλήθηκε επτά φορές και αντιστάθηκε στον πονηρό λογισμό. Αργότερα, αφού είχε προχωρήσει η νύκτα, ξύπνησε ο Γέροντας και τον βρήκε να κάθεται δίπλα του και του λέει:
-Δεν έφυγες μέχρι αυτή την ώρα;
Κι εκείνος είπε:
-Όχι, Aββά, γιατί δεν μου έδωσες την ευχή σου και δεν με απέλυσες.
-Και γιατί (τον ρωτάει ο Γέροντας) δεν με ξύπνησες;
-Δεν τόλμησα (απαντά ο μαθητής) να σε σκουντήσω για να μη σου διακόψω τον ύπνο.
Σηκώθηκαν ευθύς, άρχισαν τον όρθρο και όταν τελείωσε η ακολουθία, απέλυσε τον αδελφό ο Γέροντας. Και την ώρα που καθόταν μόνος, ήρθε σε έκσταση και βλέπει κάποιον να του δείχνει έναν τόπο λαμπρό στον οποίο υπήρχε ένας θρόνος και επάνω στον θρόνο ήταν τοποθετημένα επτά στεφάνια. Και ρώτησε αυτόν που του τα έδειχνε:
-Τίνος είναι αυτά;
Κι εκείνος είπε:
-Του μαθητή σου. Τον τόπο και τον θρόνο του τα χάρισε ο Θεός για την υπακοή του. Και τα επτά στεφάνια τα κέρδισε αυτή τη νύκτα.
Απόρησε ο Γέροντας γι αυτό που άκουσε και γεμάτος από δέος καλεί τον αδελφό και του λέει:
-Πες μου, τι έκανες τη νύκτα αυτή;
-Συγχώρα με, Aββά (απάντησε εκείνος) αλλά δεν έκανα τίποτε.
Ο Γέροντας νομίζοντας ότι από ταπεινοφροσύνη δεν ομολογεί, του είπε:
-Δεν θα σ΄ αφήσω να φύγεις, εάν δεν μου πεις τι έκανες ή τι σκέφτηκες τη νύκτα αυτή.
Αλλά ο αδελφός επειδή γνώριζε καλά ότι τίποτε δεν έχει κάνει, δεν είχε τι να πει, και λέει στον πατέρα:
-Αββά, δεν έκανα τίποτε, παρά μόνο ότι ενοχλήθηκα από τον ίδιο λογισμό επτά φορές, να φύγω δηλαδή χωρίς να μου κάνεις την απόλυση, αλλά δεν έφυγα…
Όταν τ΄ άκουσε αυτό ο Γέροντας, κατάλαβε ότι κάθε φορά που πάλευε και νικούσε τον λογισμό του, κέρδιζε ένα στεφάνι από τον Θεό.

Το κείμενο μας το έστειλε ο ευλαβής κ.Π.Κ.

Το αντίγραψε από τα Γεροντικά της Εκκλησίας μας.