Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

ΜΕ ΤΑ ΕΦΟΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ.


Ο Γιώργος Κοινούσης, γνωστός λαϊκός τραγουδιστής της δεκαετίας του 70, είδε και βίωσε πολλά, όπως περιγράφει στην αυτοβιογραφία του. Κατάφερε, όμως, να βγει αλώβητος από τον κόσμο της νύχτας, με την ψυχή του «χωρίς ρυτίδες». Διδάχθηκε από τα σφάλματά του και βρήκε καταφύγιο στην αλήθεια του Ευαγγελίου. Στο βιβλίο του «Η ζωή μου πριν και μετά Χριστόν», περιγράφει γλαφυρά (αν και απόφοιτος της... Δευτέρας τάξεως του Δημοτικού) αλήθειες, αποκαλύπτοντας πρώτα απ’ όλα τον εαυτό του. Την ζωή μας, λέει ο Γ. Κοινούσης εμείς την κάνουμε σωστή ή λάθος, ανάλογα με τις επιλογές μας. Ο Θεός μας έδωσε το αυτεξούσιο για να είναι δικές μας οι ευθύνες. Αναφέρεται μάλιστα και σε διάφορες εμπειρίες του, όπως είναι η ακόλουθη:

 « Ο πατέρας μου ήταν τυφλός πενήντα χρόνια και ζούσε μακριά από τον Θεό. Πίστευε βέβαια, αλλά δεν είχε τον ζωντανό σύνδεσμο με την Εκκλησία. Δυστυχώς, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, ξεγελούσε την συνείδηση του λέγοντας ότι δεν είχε βλάψει κανέναν.
Μόλις αναγεννήθηκα εγώ, τον πίεζα πολύ και του έλεγα: «Πατέρα, να εξομολογηθής. Να βγάλεις τα βάρη που σηκώνεις επάνω σου. Κι εκείνος μου απαντούσε: «Εγώ είμαι καλός άνθρωπος. Δεν έκανα σε κανέναν κακό». Και εγώ του έλεγα: «Άλλο να είσαι καλός άνθρωπος και άλλο καλός Χριστιανός. Δεν γίναμε από τον Θεό να είμαστε μόνο καλοί άνθρωποι. Τι το σπουδαίο κάνουμε; Επειδή μας έδωσε κατά χάρι ζωή ο Θεός, πρέπει να είμαστε κακοί άνθρωποι; Να κλέβουμε, να σκοτώνουμε, ώστε όταν δεν τα κάνουμε αυτά, να θεωρούμε τους εαυτούς μας σπουδαίους; Μη ξεχνάς και κάτι άλλο: Στον Ουρανό θα βρεις όλα τα χαμένα σου χρόνια, και το φώς που στερήθηκες εδώ, εκεί θα το βρεις. Κατάλαβε ένα πράγμα, πατέρα: Ο Θεός ήξερε ότι εγώ θα άλλαξα ζωή και σε περίμενε. Περίμενε να σε πάρω εγώ από το χέρι, να πας να εξομολογηθής
Αυτή η σκέψη τον συγκλόνισε. Συγκινήθηκε και ζήτησε να εξομολογηθή. Τον πήρα και πήγαμε στα Λιβάδια της Χίου στον τόπο που γεννήθηκε, στην εκκλησία που βαπτίσθηκε, και κοινώνησε, στα 80 του χρόνια, των  Αχράντων Μυστηρίων.
Μετά από ένα χρόνο έπαθε καρκίνο. Τον είχαμε στο νοσοκομείο, σε κωματώδη κατάσταση Σχεδόν ξεψυχούσε. Εγώ από την μία πλευρά του κρεβατιού και η γυναίκα μου από την άλλη. Παίρνω χαρτί και μολύβι και, χωρίς να μιλήσω, γράφω: «Κύριε, ό,τι  παίρνει ο πατέρας μου μαζί του, που δεν το έχει εξομολογηθεί, χρέωσε το σ’ εμένα. Να υπoφέρω εγώ, να μην υποφέρει ο πατέρας μου». Δίνω το χαρτί στην  γυναίκα μου να το διαβάσει μυστικά και μετά το βάζω κάτω από το προσκέφαλο του πατέρα μου. Τότε εκείνος ανοίγει τα μάτια του και λέει: «Ναι, ναι... να φέρετε παπά να εξομολογηθώ, να τα πω όλα»
Μια άλλη ημέρα έρχεται ο π. Νεκτάριος Βιτάλης, τον εξομολογεί και μου λέει: «Τώρα τα είπε όλα». Το ίδιο βράδυ, ενώ κοιμόμουν, βλέπω τον πατέρα μου λαμπρό σαν ήλιο, όμορφα ντυμένο με λευκά ρούχα. Ένα παιδάκι τον κρατούσε από το χέρι και τον ανέβαζε ψηλά. Μετά από δύο ώρες ο πατέρας μου εκοιμήθη γαλήνια, με τα εφόδια του Χριστού μέσα του ».

Πηγή: Αθωνική Πολιτεία, Αρ Φύλλου:259 – ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2019 σελ.1