Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019

ΤΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΒΑΤΡΑΧΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ.


Ο Άγιος Αθανάσιος ο Νέος και θαυματουργός Αρχιεπίσκοπος Χριστιανουπόλεως (η Χριστιανούπολις βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα το χωριό Χριστιάνοι και απ’ αυτό λεγόταν Χριστιανούπολις όλη η επαρχία Τριφυλίας), γεννήθηκε το 1664 στην Κέρκυρα από ευσεβείς γονείς και βαπτίσθηκε Αναστάσιος. Ο πατέρας του, Ανδρέας, κατείχε επίσημη θέση κοντά στον Ενετό Κυβερνήτη των Ιονίων Νήσων, ο οποίος το 1684 τον έστειλε στην Πελοπόννησο, για να αναλάβει την διοίκηση του ενετικού φρουρίου της Καρυταίνης.
     Ο Άγιος από μικρό παιδί ήταν μιά ευγενική φύση, που ξεχώριζε από τα άλλα παιδιά της εποχής του. Νωρίς ζήτησε να μάθη περισσότερα περί Θεού, περί των Αγίων, περί αρετής. Οι γονείς του, βλέποντας την μεγάλη κλίση του υιού τους προς τα θεία και την αδιαφορία του για τα κοσμικά, ανησυχούσαν. Γι’ αυτό και από νεαρή ηλικία του μιλούσαν για ενάρετες και πλούσιες κοπέλες και τον προέτρεπαν να παντρευθή. Ο Αναστάσιος προφασιζόταν διάφορες αιτίες, αναβάλλοντας για το μέλλον τον γάμο, οπότε οι γονείς του, παρά την θέλησή του, τον αρραβώνιασαν με μιά νεαρά κόρη, κάποιου άρχοντα των Πατρών. Ο πατέρας του προσδιόρισε και τον χρόνο του γάμου, χωρίς να τον ρωτήσει, και τον έστειλε με υπηρέτες και χρήματα στο Ναύπλιο, για να ψωνίσει τα του γάμου. 
      Στον δρόμο, συνάντησαν την μικρή Εκκλησία της Παναγίας του Βιδωνίου. Ο Άγιος γονάτισε και προσευχήθηκε: «Γνώρισόν μοι οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου». Κατά την επιστροφή τους, ένα βράδυ και ενώ κοιμόταν ο Αναστάσιος, εμφανίσθηκε μπροστά του η Κυρία Θεοτόκος μαζί με τον Τίμιο Πρόδρομο και του είπε με γλυκύτητα: «Σκεύος εκλογής και υπηρέτης του Υιού μου, θέλω να γίνεις, Αθανάσιε. Στείλε λοιπόν τους δούλους με το νυφικό στον πατέρα σου και η κόρη ας παντρευθή άλλον άνδρα. Εσύ δε, να πας στην Κωνσταντινούπολη, για να λάβεις ό,τι ο Υιός και Θεός μου ενέκρινε».
Ο Αναστάσιος ξύπνησε με δάκρυα στα μάτια και, γονατίζοντας, δόξασε τον Θεό που εισάκουσε την προσευχή του. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο τότε Πατριάρχης Γαβριήλ, εκτιμώντας το ήθος του, την μόρφωσή του και την εσωτερική του φλόγα, τον κράτησε κοντά του. Σε λίγες ημέρες έγινε η κουρά του Αναστασίου και μετωνομάσθηκε Αθανάσιος, σύμφωνα με την πρόρρηση της Θεοτόκου. Σύντομα χειροτονήθηκε διάκονος των Πατριαρχείων και σε λίγα χρόνια ιερεύς.
Όταν, το 1711, η Μητρόπολη Χριστιανουπόλεως εχήρευσε, ο Πατριάρχης και η περί αυτόν Σύνοδος εψήφισαν και εξέλεξαν τον Αθανάσιο ως Μητροπολίτη. Έτσι η Θεία Πρόνοια τον έστειλε στο μέρος που είχε εγκαταλείψει δώδεκα χρόνια νωρίτερα, ως Ποιμένα και Επίσκοπό τους.
Περιοδεύοντας κάποτε στην επαρχία του ο Άγιος Αθανάσιος έφθασε στην Μεγαλόπολη. Εκεί, κοντά στον Ναό της Μεταμορφώσεως, υπήρχε μιά λίμνη, όπου ζούσαν πολλά βατράχια.
Μετά τον Εσπερινό ο Άγιος ζήτησε να διανυκτερεύσει εκεί, μαζί με τον διάκονό του, επιθυμώντας να προσευχηθή καλύτερα ατενίζοντας τον έναστρο ουρανό, κάτι που πολύ συχνά έκανε τις καλοκαιρινές νύχτες. Οι ιερείς φρόντισαν για το φαγητό του Αγίου και μία πρόχειρη κλίνη. Όμως τα βατράχια με τα κοάσματά τους δεν άφησαν τον Άγιο ούτε να προσευχηθή, ούτε να κοιμηθή. Μόνο προς το πρωί έκλεισε για λίγο τα μάτια του.
Μετά την Λειτουργία οι ιερείς και οι πιστοί της πόλεως τον ρώτησαν, αν πέρασε καλά τη νύχτα, και ο Άγιος αστειευόμενος είπε: «Τι να σας πω, παιδιά μου, αυτά τα βατράχια, που να βουβαθούν, δεν με άφησαν να κλείσω μάτι όλη τη νύκτα».
Μόλις είπε τα λόγια αυτά, τα βατράχια έπαψαν να κοάζουν, αλλά κανείς δεν το πρόσεξε, γιατί ήταν ημέρα και ως γνωστόν τα βατράχια την ημέρα δεν ακούγονται.



Έφυγε ο Άγιος και από τότε τα βατράχια δεν ξανακούστηκαν. Δύο χρόνια αργότερα, ο Άγιος ξαναπήγε στην Μεγαλόπολη για την πανήγυρη της Μεταμορφώσεως και, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, είπε στους ιερείς και τους άλλους παρευρισκομένους:
«Τι έγιναν τα βατράχια, που είχε άλλοτε η λίμνη; Κανένα δεν ακούστηκε».
Τον ενημέρωσαν ότι, από τότε που είπε να βουβαθούν, δεν ξανακούστηκαν. Χαμογέλασε ο Άγιος και είπε αστειευόμενος «Και με άκουσαν τα ευλογημένα;»
Και τότε, ω του θαύματος, με την λέξη «ευλογημένα», τα βατράχια άρχισαν και πάλι να κοάζουν, αφήνοντας τους πάντες έκπληκτους και έκθαμβους.
Είκοσι τέσσερα χρόνια εποίμανε την ποίμνη του θεαρέστως ο Άγιος και κατά το 1735 ασθένησε και απήλθε προς τον Κύριον «πλήρης χάριτος και δόξης Θεού».
Το ιερό λείψανο του Αγίου Αθανασίου ετάφη αρχικά στον Ναό της Μητροπόλεως Χριστιανουπόλεως. Όταν αργότερα, άνοιξαν τον τάφο Του διαπίστωσαν ότι, το λείψανο του Αγίου διετηρείτο σύσσωμο και άρρηκτο. Και όχι μόνον αυτό. Το σπουδαιότερο ήταν ότι, ανέδιδε μία ευωδία, που ποτέ δεν είχαν οσφρανθή.
Οι Καρυτηνοί, τότε, θέλησαν να μεταφέρουν το σκήνος του Αγίου στην πόλη τους, οι κάτοικοι της Χριστιανουπόλεως όμως, δεν δέχονταν να χάσουν το ιερό λείψανο. Κινήθηκαν λοιπόν να φθάσουν τους Καρυτηνούς, για να πάρουν τον θησαυρό. Τους πρόφθασαν στο Δερβένι, στα σύνορα Αρκαδίας και Μεσσηνίας, και παραλίγο να έλθουν στα χέρια.
Ο επικεφαλής των Καρυτηνών Καπετάν Θανάσης, αντιλαμβανόμενος τι επρόκειτο να συμβή, φωτισμένος από τον Θεό, πρότεινε να πάρουν ένα γαϊδουράκι, να φορτώσουν το ιερό λείψανο και να το αφήσουν ελεύθερο, να πάει όπου θέλει. Η πρόταση άρεσε σε όλους και την έκαναν πράξη. Κατόπιν ακολούθησαν το ζώο για να δουν, που θα πάει. Εκείνο βάδιζε μόνο του μπροστά, σαν να το ωδηγούσε κάποιος. Δεν ανέβηκε στην Καρύταινα, αλλά προχώρησε και έφθασε στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Εκεί σταμάτησε. Οι άνθρωποι το πλησίασαν και το παρακίνησαν να συνεχίσει τον δρόμο του. Αυτό όμως παρέμεινε ακίνητο. Όλοι τότε σταυροκοπήθηκαν και βεβαιώθηκαν, ότι ήταν θέλημα του Αγίου να μείνει το σκήνωμά του στην Μονή.
Γύρω στα 1920, όταν χιλιάδες ακρίδες επέδραμαν σε χωράφια, αμπέλια και περιβόλια και κατέστρεφαν ακόμα και το άγριο χόρτο, πολλά χωριά της Γορτυνίας ζήτησαν από την Μονή του Τιμίου Προδρόμου να γίνει λιτανεία της Τιμίας Κάρας του Αγίου Αθανασίου, ώστε να καταπολεμηθή το κακό.
Πράγματι, οι ιερομόναχοι άρχισαν να επισκέπτονται διάφορα χωριά, συνοδεύοντας την Αγία Κάρα. Και τότε έγινε το εξής θαύμα: Σε όσα χωριά οι κάτοικοι δυσφορούσαν, εκεί μετά τον αγιασμό δεν σταματούσε το καταστρεπτικό έργο των ακρίδων. Αντίθετα, στα χωριά όπου οι κάτοικοι υποδέχονταν την Αγία Κάρα με μετάνοια, φόβο Θεού και ευλάβεια, μετά τον αγιασμό, οι ακρίδες, σαν πτερωτά σύννεφα, έφευγαν και πήγαιναν είτε στα νερά του Αλφειού, είτε σε κάποια άλλη περιοχή μακριά από τα κτήματα του χωριού, ή -και το πιο παράξενο-  οι ακρίδες παρέμεναν μεν, αλλά δεν προξενούσαν πλέον καμιά ζημιά στα κτήματα.


Πηγή: ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ. 
Από το βιβλίο: Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των ζώων.
Εκδόσεις "Ο Άγιος Στέφανος".