Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2019

ΠΡΟΣΤΑΤΙΣ Η ΛΕΑΙΝΑ ΚΑΙ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΙ ΟΙ ΚΑΜΗΛΕΣ


Στην Μαρωνία, ένα μικρό χωριό κοντά στην Αντιόχεια, ζούσε ένας άγιος και θαυμαστός Γέροντας, ονόματι Μάλχος. Στην αρχή του μοναχικού του βίου έζησε για κάμποσα χρόνια σ’ ένα Μοναστήρι, στο Αλέπο, αγωνιζόμενος στην ασκητική και αγιότητα και προώδευσε πνευματικά.
Όταν πέθανε ο πατέρας του, γύρισε στο σπίτι του να παρηγορήσει την μητέρα του και τότε σκέφθηκε να πουλήσει τα υπάρχοντά του, να δώσει μερικά χρήματα στους πτωχούς και με τα υπόλοιπα να χτίσει ένα Μοναστήρι και να γίνει Γέροντας εκεί. Έκανε όμως και μια άλλη σκέψη: Να κρατήσει λίγα χρήματα για τα γεράματά του.

Επειδή οι σκέψεις αυτές τον βασάνιζαν επί ημέρες, πήγε στον Γέροντά του να εξομολογηθή.
-Παιδί μου, μην εμπιστεύεσαι τις σκέψεις σου, του είπε εκείνος, γιατί αυτές είναι παγίδες του σατανά, που με παρόμοιες μεθοδείες έβγαλε πολλούς μοναχούς από τον δρόμο τους και τους έκανε να χάσουν την κληρονομιά τους.
Του ανέφερε χωρία των Γραφών και άλλες μαρτυρίες ο Γέροντας, αλλά δεν κατάφερε να τον πείσει. Έφυγε λοιπόν ο Μάλχος από το Μοναστήρι και πήγε από το Αλέπο στην Έδεσσα. Έμεινε εκεί, φοβούμενος να προχωρήσει παραπέρα, λόγω των κλεπτών που λυμαίνονταν την περιοχή. Περίμενε να μαζευτούν και άλλοι συνοδοιπόροι, για να συνεχίσουν μαζί τον δρόμο. Δεν πρόλαβαν όμως να ξεκινήσουν και μιά ομάδα Αράβων ληστών τους αιχμαλώτισε.
Ο Άραβας, που ήταν επικεφαλής, του ανέθεσε την βοσκή των προβάτων του. Ευχαριστημένος μάλιστα από την δουλειά του, θέλησε να τον ανταμείψει και του προσέφερε για σύζυγο μιά γυναίκα, που είχε επίσης αιχμαλωτίσει.
-«Είμαι μοναχός και δεν μπορώ να παντρευτώ», του απάντησε ο Μάλχος, κάτι που έκανε έξω φρενών τον Άραβα και παραλίγο να τον σκοτώσει. Έτσι αναγκάστηκε να παντρευτεί εκείνη τη γυναίκα. Μετά τον γάμο, όταν έμειναν μόνοι, ο Μάλχος θέλησε να σκοτωθή, όμως η γυναίκα δεν τον άφησε. Του είπε πως κι εκείνη θέλει να διαφυλάξει την αγνότητά της, όσο κι εκείνος. Του ζήτησε μάλιστα να φύγουν κρυφά και να την αφήσει σε κάποιο γυναικείο Μοναστήρι.
Μιά ημέρα, εκεί που καθόταν ο Μάλχος και αναλογιζόταν τι να κάνει, ήρθε ζωντανή μπροστά του η εικόνα του Γέροντά του. Θυμήθηκε τα όσα του είχε πει και πόσο αγωνίσθηκε, για να τον πείσει να μείνει στο Μοναστήρι. Παρατήρησε τότε μιά στρατιά μυρμήγκια, που με μεγάλη προσοχή και εργατικότητα κουβαλούσαν στην φωλιά τους προμήθειες για τον χειμώνα που ερχόταν. Άλλα κουβαλούσαν σπόρους, άλλα διάφορα φορτία που ήταν μεγαλύτερα από το σώμα τους, άλλα κουβαλούσαν συντρόφους τους που είχαν πληγωθεί και άλλα έδιωχναν έξω από την φωλιά τους μερικά τεμπέλικα, που είχαν θρονιαστεί μέσα και δεν έκαναν απολύτως τίποτα. Άλλα πάλι κουβαλούσαν χώμα και το άφηναν δίπλα στην είσοδο της φωλιάς, ώστε να την φράξουν, όταν θ’ άρχιζαν να φυσούν οι βοριάδες και να πέφτουν οι βροχές.
Ο Μάλχος παρατηρούσε για ώρες την τάξη, με την οποία εργάζονταν εκείνα τα μυρμήγκια, και θυμήθηκε την τάξη των αδελφών, καθώς έκαναν τα διακονήματά τους, στο Μοναστήρι.
«Καλά μας συμβουλεύει ο Σολομών», σκέφθηκε, «να μιμηθούμε αυτά τα μικρά έντομα, γιατί θέλει να μας αφυπνίσει από την ράθυμη και οκνηρή στάση μας, θέλει να μας παροτρύνει να δράσουμε με σοφία και να κάνουμε τα πράγματα εκείνα, που είναι απαραίτητα στον αγώνα μας για την λύτρωση».
Αυτή η εικόνα τον έκανε ν’ αποφασίσει να δραπετεύσει από τον Άραβα κύριό του. Το ανακοίνωσε και στην γυναίκα, που αμέσως συμφώνησε.
Ξεκίνησαν νύχτα. Είχαν περάσει πέντε ημέρες που ταξίδευαν και ο Άραβας, που είχε ριχθή στο κατόπι τους, τους έφθασε. Χώθηκαν στην πρώτη σπηλιά που βρήκαν μπροστά τους, ελπίζοντας να γλυτώσουν. Εκεί είχαν βρει καταφύγιο από τον καύσωνα της ερήμου φίδια, σκορπιοί, αλλά και κάποια λιοντάρια.
Οι διώκτες τους κατέβηκαν από τις καμήλες τους και στάθηκαν στην είσοδο της σπηλιάς. Μόλις τους είδαν ο Μάλχος και η γυναίκα, πάγωσαν από τον φόβο τους. Ο Άραβας τους φώναξε να βγουν και, μη λαβαίνοντας καμία απάντηση, διέταξε τον ακόλουθό του να μπει μέσα στην σπηλιά και να τους βγάλει έξω. Εκείνη την ώρα μια λιονταρίνα σηκώθηκε από την δεξιά μεριά της σπηλιάς, όρμησε επάνω στον δύστυχο άνθρωπο και, αφού τον στραγγάλισε με μια μόνο κίνηση, τον έσυρε στο εσωτερικό της σπηλιάς και τον άφησε στα πόδια του μικρού της. Ο Άραβας μπήκε τότε κι αυτός μέσα, για να δη τι συμβαίνει, αλλά η λέαινα χίμηξε επάνω του και με μια δαγκωματιά τον άφησε νεκρό.
Ο Μάλχος και η γυναίκα είχαν καθίσει σε μια γωνιά, παγωμένοι και έντρομοι από αυτά που είχαν συμβεί. Θαύμασαν τα ανείπωτα μεγαλεία του Θεού και δόξασαν Αυτόν, που τους απάλλαξε από τα βάσανα και που με τον Λόγο Του διέταξε τα άγρια θηρία να τους γλυτώσουν από τους εχθρούς τους. Η λέαινα δεν τους πείραξε καθόλου. Αντίθετα, πήρε το μικρό της και έφυγε.
Όταν ξημέρωσε, αποφάσισαν να βγουν έξω. Διαπίστωσαν τότε με έκπληξη, ότι στην είσοδο της σπηλιάς τους περίμεναν οι καμήλες του Άραβα, φορτωμένες με προμήθειες. Έφαγαν και ευχαρίστησαν τον Κύριο, που τους λύτρωσε. Μετά ανέβηκαν στις καμήλες και, αφού διέσχισαν την έρημο σε 10 ημέρες, ο Μάλχος άφησε την γυναίκα σε κάποιο Μοναστήρι κι εκείνος επέστρεψε στην Μονή της μετανοίας του.
 
Πηγή: ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ.
Από το βιβλίο: Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των ζώων.
Εκδόσεις "Ο Άγιος Στέφανος".