Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΕΝ ΕΥΚΑΙΡΟΥΣΕ ΝΑ… ΠΕΘΑΝΕΙ!!!

Ο Άγιος Παΐσιος εγκαταστάθηκε, για λόγους ησυχίας, στην Καλύβη του Τιμίου Σταυρού, τον Μάρτιο του 1969. Τον συγκινούσε και τον ενέπνεε ο τόπος, γιατί είχε ιδιαίτερη χάρι από τους υπεράνθρωπους αγώνες του παπά-Τύχωνα και τα Θεία γεγονότα που είχαν συμβεί εκεί.
Η ζωή του Αγίου στην Καλύβη του Τιμίου Σταυρού ήταν περίπου η εξής: Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, κοιμόταν δύο-τρείς ώρες και ξυπνούσε κοντά στα μεσάνυχτα. Έκανε αγρυπνία και ξεκουραζόταν λίγο το πρωί, πριν χαράξει. Την ημέρα, αν δεν είχε επισκέπτες, έκανε εργόχειρο. Τις υπόλοιπες ώρες μελετούσε, προσευχόταν και απαντούσε στα πολλά γράμματα, που ελάμβανε από πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι είτε τον παρακαλούσαν να προσευχηθή γι' αυτούς, είτε του ζητούσαν απάντηση σε σοβαρά προβλήματα. Έγραφε επί ώρες την ημέρα και, όταν σκοτείνιαζε, συνέχιζε με το κερί.

Με την πάροδο των χρόνων οι επισκέπτες αυξήθηκαν κατά πολύ. Πολλές ώρες τον απασχολούσαν με τα προβλήματά τους. Κάποια ήμερα έγραφε: « Ήμουν κρυωμένος και είχα υψηλό πυρετό. Οι επισκέπτες από την μία μου ανέβαζαν τον πυρετό, αλλά από την άλλη δεν με άφηναν να πεθάνω, γιατί δεν ευκαιρούσα...»
 Κάποια ήμερα ο Άγιος Παΐσιος βρισκόταν στο Μοναστήρι του Σταυρονικήτα. Φεύγοντας, το απόγευμα, βρήκε έξω από την πόρτα του Μοναστηριού έναν λαϊκό, που ήθελε να του μιλήσει. Καθώς προχωρούσαν, ο ξένος άρχισε να του λέει τα προβλήματά του. Ας δούμε, όμως, πώς διηγήθηκε ο ίδιος ο Άγιος το γεγονός:

«Η ώρα περνούσε και αυτός ο άνθρωπος συνέχιζε να μου μιλάει. Εγώ ήμουν άρρωστος. Ήταν τέτοια η αρρώστια, που ούτε μπορούσα να καθίσω να ξεκουραστώ, ούτε να στέκομαι όρθιος. Ενώ λοιπόν μου μιλούσε ο άνθρωπος αυτός, πέρασε η ώρα και νύχτωσε. Σκέφθηκα σε μιά στιγμή την αρρώστια μου και θέλησα να διακόψω την συζήτηση, αλλά είπα μέσα μου: “Ο άνθρωπος έχει τόσα προβλήματα, εγώ τον εαυτό μου θα κοιτάζω;”. Και έτσι συνέχισε να μου μιλά, μέχρι που νύχτωσε τελείως. Ο λαϊκός είχε να κοιμηθή κάπου, σε γνωστό του Κελλί. Η πόρτα του Μοναστηριού είχε κλείσει.
Αφού τελειώσαμε την συζήτηση, πήρα τον δρόμο για να γυρίσω στην Καλύβη μου. Πήρα το μονοπάτι και θα περνούσα από ένα σημείο πού είναι στενό και απότομο. Όταν έφθασα στο σημείο αυτό, επειδή δεν έβλεπα, δεν είχα και φακό μαζί μου, πέφτω μέσα σε μιά λακκούβα με βάτα και πιάστηκα από τα κλαδιά. Μου ήρθε το σακίδιο στο κεφάλι και δεν έβλεπα καθόλου.
Στην θέση που βρισκόμουν σκέφθηκα: “Τι να κάνω τώρα; Ας κάνω το Απόδειπνο”. Και αρχίζω: “Άγιος ο Θεός, Άγιος Iσχυρός…”!! Σε μιά στιγμή ανάβει ένα φως δυνατό, το κεφάλι μου έγινε σαν λάμπα!! Γύρω μου έγινε ημέρα. Οπότε είδα που βρισκόμουν και σκαρφάλωσα και βγήκα από εκεί που είχα πέσει. Το φως συνέχιζε να φωτίζει γύρω μου. Η καρδιά μου ήταν γεμάτη από ουράνια αγαλλίαση. Έφθασα στην Καλύβη, πήρα το κλειδί από την θέση που το είχα, άνοιξα, μπήκα στην Εκκλησία, άναψα τα καντήλια και, τότε, το φως υποχώρησε»!!!

Πηγή: Αθωνική Πολιτεία, Αρ Φύλλου:237 – ΣΕΠΤ. 2015 σελ.4