Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΟΣ.




        Ο Ευφρόσυνος ζούσε αποκομμένος από τον κόσμο, σε κάποιο χωριό. Οι  γονείς  του  ήταν χωρικοί και πολύ φτωχοί. Εξ αιτίας των συνθηκών αυτών, δεν κατάφερε ποτέ να μάθη γράμματα και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι περισσότεροι τον χαρακτήριζαν «αγροίκο».

        Όταν πέρασαν τα χρόνια, ο Ευφρόσυνος αποφάσισε πως ήθελε να ζήσει ως μοναχός. Πράγματι, μπήκε σε κάποιο Μοναστήρι και από τότε δεν σταμάτησε να ασχολείται με τη μαγειρική, καθώς τον τοποθέτησαν στη θέση του βοηθού του μάγειρα.

        Οι υπόλοιποι μοναχοί, συνεχώς τον κοροΐδευαν, λόγω της θέσης του, βλέποντάς τον μαυρισμένο στην καπνιά και λόγω της έλλειψης παιδείας. Εκείνος, όμως, δεν αντιδρούσε, αντιθέτως, υπέμενε όλα τα σχόλια και τους εμπαιγμούς, με ταπεινότητα. Δεν διαμαρτυρόταν, δεν γόγγυζε και δεν κατέκρινε κανέναν. Πολλές φορές, περιφρονούσαν ακόμη και τη μαγειρική του, κατηγορώντας τον πως δεν μαγείρευε καλά. Αυτός, όμως, χωρίς να χάνει το κουράγιό, του απαντούσε:

        «Η καλή μαγειρική δεν είναι τόσο καλός βοηθός γιά την Βασιλεία των Ουρανών. Την πολλή ευφροσύνη που ζητούν τα σώματα θα την χάσουν κατ’ ανάγκην οι ψυχές. Και εγώ δεν έχω εδώ σκοπό να σας κολάσω».

        Ο Ηγούμενος εκείνου του Μοναστηριού, επί τρία χρόνια, μέσα από προσευχές και νηστείες, παρακαλούσε τον Θεό, να του φανερώσει τα αγαθά που ετοιμάσθηκαν γιά εκείνους που Τον αγαπούν, καθώς και να του φανερώσει, ποιός από τους υποτακτικούς του, ήταν ανώτερος πνευματικά  και ευάρεστος στον Θεό.

        Έπειτα από αρκετό καιρό, ο γέροντας είδε στον ύπνο του, πως ευρέθηκε σε ένα πανέμορφο μέρος, το οποίο έμοιαζε σαν περιβόλι. Ο τόπος αυτός ήταν γεμάτος με δέντρα, λουλούδια και νερά που κελάρυζαν, και πραγματικά θύμιζε τον Παράδεισο. Τότε, άρχισε να αναρωτιέται τίνος είναι αυτό το περιβόλι. Ξαφνικά, είδε μπροστά του τον μ.Ευφρόσυνο, τον βοηθό στο μαγειρείο της Μονής, και έκπληκτος τον ερώτησε:

        «Ευφρόσυνε, πώς βρέθηκες εδώ; Τίνος είναι αυτός ο κήπος;»

        «Αυτός ο κήπος», απάντησε ο μ.Ευφρόσυνος, «είναι γιά όσους αγαπούν τον Θεό»!

        «Και εσύ τι κάνεις εδώ;», ξαναρώτησε ο Ηγούμενος.

        «Με τη Χάρη του Θεού, εδώ μένω πάτερ μου, και είμαι ο φύλακας του κήπου», απάντησε ο μ.Ευφρόσυνος.

        «Τότε δώσε μου κάτι από τα αγαθά αυτού του κήπου».

        «Πάρε ό,τι θέλεις», απάντησε εκ νέου ο μ.Ευφρόσυνος.

        Ο γέροντας τότε είπε:

        «Θα ήθελα αυτά τα μήλα», δείχνοντάς του ένα κλαδί με τρία μεγάλα μήλα.

        Ο μ.Ευφρόσυνος τα έκοψε και του τα έδωσε. Εκείνη τη στιγμή, ο Ηγούμενος ξύπνησε  απότομα  από  τον  ήχο  της  καμπάνας  του  Μοναστηρίου,  που καλούσε τους μοναχούς, γιά την Θεία Λειτουργία. Καθώς σηκώθηκε γιά να ετοιμασθή, είδε πάνω στο πανωφόρι του, ακουμπισμένα, τα τρία μήλα που του έδωσε στον ύπνο του ο μ.Ευφρόσυνος. Αμέσως, ευχαρίστησε τον Θεό και κατευθύνθηκε προς τον Ναό. Εκεί ευρήκε τον μ.Ευφρόσυνο και τον πλησίασε γρήγορα γιά να μάθη που ευρισκόταν όλη τη νύχτα.

        Εκείνος τότε του είπε:

        «Συγχώρεσέ με, πάτερ, μα πουθενά δεν επήγα όλη τη νύχτα».

        Ο Ηγούμενος, όμως, επέμεινε, λέγοντάς του, πως δεν έπρεπε να αποκρύπτει την Αλήθεια του Θεού. Τότε ο μ.Ευφρόσυνος του απάντησε ως εξής:

        «Πάτερ μου, ήμουν εκεί που ευρίσκονται τα αγαθά που μέλλουν να κληρονομήσουν οι αγαπώντες τον Θεό, τα οποία και εσύ, προ πολλών χρόνων, εζήτησες να δεις. Ευρισκόμουν εκεί, απολαμβάνοντας τα αγαθά του Παραδείσου! Διότι, θέλοντας ο Kύριος να πληροφορήσει  την  αγιοσύνη  σου  περί  των  ζητουμένων  αγαθών  των δικαίων, έπραξε δι’ εμού του ταπεινού τούτο το θαυμαστό!».

        «Και τί μου έδωσες;», ερώτησε ο γέροντας, επιθυμώντας να σιγουρευθή ακόμα περισσότερο.

        «Τα ωραία και ευωδέστατα μήλα, τα οποία εσύ έβαλες στο κρεβάτι σου. Όμως συγχώρα με, πάτερ, διότι εγώ είμαι ένα σκουλήκι και όχι άνθρωπος».

        Ο Ηγούμενος, συγκλονισμένος, ζήτησε συγχώρηση από τον Θεό και ασπάσθηκε τον μ.Ευφρόσυνο. Όταν ετέλειωσε η Θεία Λειτουργία, εκάλεσε όλους τους μοναχούς,  γιά  να  τους διηγηθή όσα  συνέβησαν.  Ακούγοντας  την ιστορία του γέροντα οι μοναχοί, εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν, αλλά και ευλαβήθησαν τον Ευφρόσυνο...

        Εκείνος, θέλοντας να αποφύγει τη ανθρώπινη δόξα, διέφυγε από την πλαϊνή πόρτα της Μονής, χωρίς να γίνει αντιληπτός από κανέναν. Έκτοτε δεν επέστρεψε ποτέ πάλι στο Μοναστήρι!!

        Ο Όσιος Ευφρόσυνος έφυγε για την έρημο όπου τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του ασκήτεψε, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, και γνωρίζοντας μόνον ο Θεός τους πνευματικούς του αγώνες!  

        Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον αναγνώρισε ως Άγιο και τιμά τη μνήμη του κάθε χρόνο στις 11 Σεπτεμβρίου.