Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2020

«…ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ ΕΡΧΟΜΕΝΟΝ ΜΕΤΑ ΔΟΞΗΣ ΚΡΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΝΕΚΡΟΥΣ» (εκ του Συμβόλου της Πίστεως)!!!

 « Όταν εκοιμήθη ο Γέροντάς μου, ο πατήρ Νικόδημος, διερωτώμην, που να πήγε άραγε η ψυχή του.

Τότε είδα, όχι σε όνειρο, αλλά πνευματικώ τω τρόπω ότι, με φώναξε ο Γέροντάς μου να του πάω τα κλειδιά της Μονής, διότι ήλθε ο Μέγας Αρχιερέας… Πήγα λοιπόν έξω από την πόρτα του κελλιού που είναι πάνω από την είσοδο της Μονής και όταν έφθασα κοντά, ακούω ομιλίες…, ερωτήσεις…, απαντήσεις. Μέσα εγινόταν ανάκριση σωστή!

Εκτύπησα την πόρτα και μπήκα μέσα στο δωμάτιο, και τί να δω…

Ο Γέροντας μου εστεκόταν ξεσκούφωτος, με το κεφάλι κατεβασμένο και τα χέρια σταυρωμένα με πολύ φόβο και ευλάβεια.

Απέναντι του, ήταν ο Μέγας Αρχιερέας, Καθήμενος επί Θρόνου! Ο Θρόνος ήταν μετέωρος, ένα μέτρο πάνω από το δάπεδο! Το Πρόσωπό Του έλαμπε, Χρυσό σαν καθαρό κερί, δεν μπορώ να το περιγράψω παιδί μου! Στα γόνατά Του ήταν ανοικτό ένα βιβλίο και μέσα ήταν γραμμένη η ζωή του Γέροντά μου! Ρωτούσε ο Μέγας Αρχιερέας και απαντούσε ο Γέροντάς μου...

Μόλις μπήκα μέσα, σταμάτησε η ανάκριση, πήγα στον Γέροντά μου, του έβαλα μετάνοια και του έδωσα τα κλειδιά της Μονής.

«Γέροντα, έφερα και τα κλειδιά της Λειψανοθήκης», του είπα.

Ο Γέροντας μου τα πήρε.

Ήθελα να βάλω μετάνοια και στον Μέγα Αρχιερέα, αλλά δεν μου είπε τίποτε ο Γέροντάς μου και επειδή ήμουν υποτακτικός, δεν μπορούσα να κάνω κάτι χωρίς ευλογία. Έτσι βάζοντας μετάνοια στον Γέροντα μου και υποκλινόμενος από μακριά στον Μέγα Αρχιερέα, βαδίζοντας προς τα πίσω, χωρίς να γυρίσω την πλάτη μου, βγήκα από το δωμάτιο.

Αμέσως μόλις βγήκα, άρχισε πάλι η ανάκριση.

Είδα, παιδί μου, ότι όλη μας η ζωή, έργα, λόγια, σκέψεις είναι γραμμένα! Θα δώσουμε γιά όλα λόγο!

Όσο γιά τον Γεροντά μου, πληροφορήθηκα ότι, η ψυχή του πήγε πολύ καλά!»

 Όσιος Ιάκωβος Τσαλίκης (1920-1991)