Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2021

«ΑΔΙΚΟΜΑΖΩΜΑΤΑ… ΑΝΕΜΟΣΚΟΡΠΙΣΜΑΤΑ»

 


        «Έχω δει ψυχές που αδικήθηκαν, αλλά υπέμειναν την αδικία με καλούς λογισμούς και τις έλουσε η Χάρις σ’ αυτήν την ζωή!
        Πριν από πολλά χρόνια, με είχε επισκεφθή ένας ευλαβής Χριστιανός, απλός και καλοκάγαθος, και με παρακάλεσε να ευχηθώ να φωτίσει ο Χριστός τα παιδιά του, όταν ενηλικιωθούν, να μην γογγύσουν κατά των συγγενών, γιά την μεγάλη αδικία που τους είχαν κάνει με τα περιουσιακά, και μου διηγήθηκε την υπόθεση. Όπως είδα, ο άνθρωπος αυτός ήταν πραγματικά άνθρωπος του Θεού! Ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός από πέντε παιδιά της οικογενείας του και μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα τους, συμπαραστάθηκε σαν καλός πατέρας στα μικρότερα αδέλφια του!
        Εργάσθηκε σκληρά, απέκτησε και άλλη περιουσία, κτήματα κ.λπ., και αποκατέστησε τις δύο αδελφές του. Παντρεύθηκαν και τα μικρότερα αδέλφια του, πήραν όλα τα καλά κτήματα, ελαιώνες κ.λπ., και σ’ αυτόν άφησαν τα άχρηστα, τα άγονα, κάτι αμμουδιές…
        Στο τέλος, παντρεύθηκε και αυτός και απέκτησε τρία παιδάκια. Ήταν ηλικιωμένος φυσικά και σκεφτόταν τα παιδιά του, όταν μεγαλώσουν, μήπως καταλάβουν την αδικία και γογγύσουν.
        Έλεγε: “Εγώ δεν στενοχωριέμαι γιά την αδικία, γιατί διαβάζω το Ψαλτήρι. Ένα Κάθισμα το απόγευμα και δύο Καθίσματα πριν ξημερώσει. Σχεδόν το έμαθα απ' έξω το Ψαλτήρι. Κανένας Ψαλμός δεν λέει, ότι οι άδικοι έκαναν προκοπή. Ενώ τους δικαίους τους σκέπτεται ο Θεός. Εγώ, Πάτερ μου, δεν λυπάμαι τα κτήματα που έχασα, αλλά λυπάμαι τα αδέλφια μου που χάνουν την ψυχή τους…”!
        Έφυγε κατόπιν ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος και με ξαναεπισκέφθηκε μετά από δέκα χρόνια περίπου, πολύ χαρούμενος και με ρωτάει:
        “Με θυμάσαι, Πάτερ, με θυμάσαι;;”.
        “Ναι”, του είπα και τον ερώτησα πώς περνάει.
        “Έγινα πλούσιος τώρα”, μου απάντησε.
        “Και πώς έγινες πλούσιος αδελφέ;”
        “Να, εκείνα τα άχρηστα χωράφια, οι αμμουδιές, πήραν μεγάλη αξία, γιατί ήταν παραθαλάσσια. Αυτή τη φορά ήλθα να μου πεις τί να κάνω τα πολλά χρήματα που έχω”.
        “Να εξασφαλίσεις τα παιδιά σου μ’ ένα σπιτάκι και να κρατήσεις μερικά χρήματα και γιά τις σπουδές τους, μέχρι να τακτοποιηθούν”, του λέω.
        “Έχω και γιά τα παιδιά μου”, μου λέει, “αλλά πάλι είναι πολλά”.
        “Δώσε στους φτωχούς συγγενείς σου πρώτα και μετά σε άλλους φτωχούς”.
        “Έδωσα, Πάτερ, αλλά πάλι είναι πολλά”.
        “Δώσε, γιά να φτιάξουν τον Ναό του χωριού σου και τα εξωκκλήσια”.
        “Έδωσα, αλλά πάλι είναι πολλά”.
        Τότε του λέω: “Θα εύχωμαι να σε φωτίζει ο Χριστός, γιά να κάνεις καλωσύνες εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη”.
        Μετά τον ερώτησα: “Τί κάνουν τα αδέλφια σου; Πού ευρίσκονται;”
        Ξέσπασε σε κλάμα και με λυγμούς μου απάντησε:
        “Δεν ξέρω, Πάτερ μου, χάθηκαν και τα ίχνη τους. Είχαν πουλήσει τα κτήματα από το χωριό, ελαιώνες και χωράφια, και τώρα δεν ξέρω που ευρίσκονται. Είχαν πάει πρώτα στην Γερμανία, μετά στην Αυστραλία και τώρα δεν ακούγονται”.
        Μετανόησα που τον ερώτησα γιά τα αδέλφια του, γιατί δεν ήξερα πως θα λυπηθή τόσο πολύ. Τον παρηγόρησα μετά και έφυγε ειρηνικός. Του είπα να ευχηθούμε και να μάθουμε και γι’ αυτούς χαρούμενες ειδήσεις.
        Θυμήθηκα μετά τον Ψαλμό που λέει:
        “Eἶδον τὸν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐπαιρόμενον ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου· καὶ παρῆλθον, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν, καὶ ἐζήτησα αὐτόν, καὶ οὐχ εὑρέθη ὁ τόπος αὐτοῦ” (Ψαλμ. 36, 35-36)!!!
        Αυτό ακριβώς συνέβη με τα ταλαίπωρα αδέλφια του…»!!
 
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης