Δευτέρα 6 Απριλίου 2026
Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ: ΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΙΩΣΗΦ ΠΑΓΚΑΛΟΣ!!!
<< Ο Παπά-Τύχων γεννήθηκε εις την Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884.
Οι γονείς του, ο Παύλος και η Ελένη, ήταν ευλαβείς άνθρωποι, και επόμενο ήταν και ο καρπός τους, ο Τιμόθεος (κατά κόσμον), να έχη κληρονομική την ευλάβεια και την αγάπη προς τον Θεόν και να θέλη να αφιερωθή εις τον Θεόν από μικρό παιδί!
Έβλεπαν οι γονείς τον μεγάλο Θείο ζήλο του παιδιού τους, αλλά δίσταζαν να του δώσουν την ευχή τους να πάη σε Μοναστήρι, επειδή το έβλεπαν εύσωμο και με ζωηρή φύσι. Ήθελαν να ωριμάση και στην σκέψι και μετά να αποφασίση μόνος του. Του έδωσαν όμως ευλογία να επισκέπτεται Ιερές Μον! Τότε, έκανε τα μεγάλα και ατέλειωτα προσκυνήματα στα Μοναστήρια της Ρωσίας και πέρασε, περίπου από διακόσιες Ιερές Μονές! Στα Μοναστήρια που επήγαινε, παρόλο που ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος από την οδοιπορία του, απέφευγε με τρόπο την φιλοξενία, γιά να ασκήται ο ίδιος και να μην επιβαρύνη τους άλλους.
Σε μία επαρχία όμως είχε ταλαιπωρηθή πολύ, διότι οι κάτοικοι εκεί έτρωγαν ψωμί από βρίζα (σίκαλη). Επειδή ο Τιμόθεος δεν έτρωγε τίποτε άλλο εκτός από ψωμί, και το ψωμί της σίκαλης έχει συνήθως μία άσχημη μυρωδιά και είναι σαν λάσπη, δεν μπορούσε να το φάη. Γι’ αυτό είχε εξαντληθή ο νέος. Πηγαίνει λοιπόν στον φούρναρη, από τον οποίο είχε ζητήσει και άλλη φορά ψωμί άσπρο, να τον παρακαλέση γιά λίγο ψωμί, επειδή νόμιζε ότι θα έχη γιά τον εαυτό του καλό ψωμί. Εκείνος όμως, μόλις είδε τον Τιμόθεο από μακρυά ακόμη, του είπε να φύγη. Λυπημένος και εξαντλημένος όπως ήταν ο νέος έπιασε μία άκρη και με όλη την παιδική του απλότητα έκανε προσευχή εις την Παναγία: «Παναγία μου, θέλω να με βοηθήσης, γιατί θα πεθάνω στο δρόμο, πριν να γίνω Καλόγερος... Δεν μπορώ να το φάω αυτό το ψωμί».

