Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΠΟ ΑΡΝΗΤΗΣ ΕΓΙΝΕ ΜΟΝΑΧΟΣ.

Την ιστορία που θα διαβάσετε εδώ μας την διηγήθηκε κάποιος, το όνομα του οποίου θα σας το αποκαλύψουμε στο τέλος.
Ήμουν φοιτητής της Νομικής και επισκέφθηκα τον Άγιο Παΐσιο στις 22 Αυγούστου του 1988, μαζί με τον συμφοιτητή μου Γρηγόρη. Πήγαινα για πρώτη φορά στο Άγιον 'Όρος, μετά από προτροπές γνωστών μου, διότι ζούσα μακριά από την Εκκλησία.
Κατά τις 4 το απόγευμα φθάσαμε στην Παναγούδα. Βρήκαμε γύρω στα τριάντα πέντε άτομα να περιμένουν. Χτυπούσαν επίμονα το καμπανάκι, αλλά ο Γέροντας δεν εμφανιζόταν. Πήγαμε από την πίσω πόρτα, αλλά την βρήκαμε κλειστή. Τότε, δεν ξέρω τι συνέβη μέσα μου, και για πρώτη φορά μετά από δώδεκα χρόνια ανύπαρκτης μυστηριακής ζωής, γονάτισα και προσευχήθηκα: «Θεέ μου, αν υπάρχεις πραγματικά, κάνε να έρθη ο Γέροντας να μας μιλήσει για σένα».
      Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ο Γέροντας, περπατώντας αργά, αλλά μ' ένα ήσυχο βλέμμα και ένα γλυκό χαμόγελο μας πλησίασε, ερχόμενος από το δάσος.
- Ο Γέρων Παΐσιος; τον ρώτησα συγκινημένος.
- Τι τον θέλεις;
- Να του δώσω αυτές τις κάλτσες και να πάρω την ευλογία του.
- Σκύψε να σε ευλογήσω.
Ύστερα, μας έβαλε στην αυλή του Κελλιού του και καθίσαμε στα κούτσουρα. Μιλούσε για τον Θεό και το τι γίνεται στον κόσμο, σαν να είχε ακούσει το τελευταίο δελτίο ειδήσεων, προσφέροντάς μας κάθε λίγο και λιγάκι λουκούμια. Μετά από συνομιλία μίας ώρας γυρίζει και μου λέει:
- Θέλεις να γίνεις υποτακτικός μου;
- Όχι, πάτερ, δεν κάνω εγώ γι' αυτά. Αγαπώ τον κόσμο. Δυστυχώς εγώ ήμουν τόσο μακριά από τα πνευματικά εκείνη την εποχή, που δεν μπορούσα να αντιληφθώ το μεγαλείο της προτάσεως.
Στην συνέχεια μας άφησε και πήγε να στοιβάξει κάποια κομμένα ξύλα. Είπαμε να τον βοηθήσουμε, αλλά αρνήθηκε, λέγοντας ότι αυτό είναι το διακόνημά του.
Εμείς οι πνευματικοί «τουρίστες» μείναμε να κοιταζόμαστε. Δεν μιλούσαμε μεταξύ μας. Είχαμε εντυπωσιασθή από τα λόγια του Γέροντα, που είχαν διαλύσει την αμφιβολία μου για την ύπαρξη του Τριαδικού Θεού. Δεχόμουν όμως συγχρόνως και επιθέσεις λογισμών. Σκέφθηκα να ρωτήσω τον Γέροντα τι πρέπει να κάνουμε για να κερδίσουμε τον παράδεισο. Σκέφθηκα όμως με κενοδοξία ότι, αφού ο Γέροντας είναι τόσο ανεβασμένος πνευματικά, θα μαντέψει τις σκέψεις μου και θα μου απαντήσει. Τότε βλέπω τον Γέροντα ν' αφήνει τα ξύλα και να έρχεται προς το μέρος μου.
- Αγάπη και πίστη στον Χριστό να έχεις, παιδί μου, μου είπε κοιτάζοντας βαθειά μέσα στην ψυχή μου και όχι πλέον στα μάτια.
Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζα πως θα σπάσει. Το μόνο που κατάφερα ήταν να ψελλίσω:
- Πάτερ την ευλογία σας. Και γυρίζοντας στον φίλο μου είπα:
- Γρηγόρη, πάμε να φύγουμε.
- Γιατί Θέλεις να φύγεις; με ρώτησε ο Γέροντας. Κάθισε, θα σε κάνω υποτακτικό μου και θα σου δώσω και το όνομά μου.
Από τότε η ζωή μου άλλαξε ολοκληρωτικά. Παρά το γεγονός ότι δεν είδα άλλη φορά τον Γέροντα, πάντα υπήρχε μιά εσωτερική ψυχική επικοινωνία. Η παρουσία του Αγίου Παϊσίου στην ζωή μου εκδηλώνεται πολλές φορές με θαυμαστό τρόπο. Όμως το μεγαλύτερο θαύμα είναι που κατάφερε να «φυτέψει» τον Χριστό για πάντα στην ψυχή μου. Σε λιγότερο από έξι χρόνια βρέθηκα από αρνητής της Εκκλησίας μας μοναχός και μου δόθηκε το όνομα Παΐσιος, όπως προείδε ο Γέροντας...

Πηγή: Αθωνική Πολιτεία, Αρ Φύλλου:236 – ΑΥΓ 2015 σελ.4