<<Κάποτε είχε ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στα πουλιά και στα ζώα.
Στην αρχή η νυχτερίδα ήταν με το μέρος των πουλιών. Στην πρώτη μεγάλη μάχη όμως, τα πουλιά νικήθηκαν και η νυχτερίδα, βλέποντας την τροπή του πολέμου, έφυγε κρυφά και πήγε στο στρατόπεδο των ζώων που γιόρταζαν τη νίκη τους. Κάποια στιγμή ένα ζώο την είδε και της φωνάζει:
«Ε, εσύ δεν πολεμούσες εναντίον μας πριν από λίγη ώρα;».
«Μπα, αστειεύεσαι» έκανε η νυχτερίδα. «Εγώ ανήκω στα ζώα, όχι στα πουλιά. Δεν βλέπεις τα αυτιά μου και τα πόδια μου; Και πρόσεξε λίγο τα μυτερά μου δόντια, έχεις δει πουλί με τέτοια δόντια;».
Το ζώο παραδέχθηκε ότι μάλλον έκανε λάθος και έτσι άφησαν τη νυχτερίδα να μείνη μαζί τους.
Μετά από λίγο καιρό όμως, ο πόλεμος ξαναφούντωσε και, αυτή τη φορά, νικούσαν κατά κράτος τα πουλιά. Μόλις είδε ότι η κατάστασι είχε αλλάξει, η νυχτερίδα τρύπωσε κάπου, όσο κρατούσε η μάχη και, μόλις τέλειωσε με τη νίκη των πουλιών, χώθηκε ανάμεσά τους και τραγουδούσε και αυτή νικητήρια τραγούδια. Κάποια πουλιά όμως την πρόσεξαν και της είπαν:
«Εσύ πριν από λίγη ώρα δεν ήσουν με τα ζώα και πολεμούσες εναντίον μας; Είσαι εχθρός μας».
«Εγώ; Ποτέ!», διαμαρτυρήθηκε η νυχτερίδα. «Εγώ είμαι πουλί σαν εσάς, κοιτάτε τα φτερά μου, έχετε δει ποτέ ζώο με φτερά;».
Τα πουλιά υποχώρησαν και την άφησαν να μείνη μαζί τους.
Έτσι η νυχτερίδα πήγαινε από το ένα στρατόπεδο στο άλλο ανάλογα με την έκβασι κάθε μάχης.
Κάποτε όμως τα πουλιά και τα ζώα κουράσθηκαν από τον πόλεμο, διότι είχαν και οι δύο αντίπαλοι μεγάλες απώλειες και έτσι αποφάσισαν να συνάψουν ειρήνη. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων αποκαλύφθηκε ότι, η νυχτερίδα τους κορόϊδευε και τους είχε προδώσει και τους δύο… Ανάμεσα στις αποφάσεις της, λοιπόν, η κοινή ειρηνευτική επιτροπή ζώων και πουλιών έβγαλε και την ανακοίνωσι ότι, η νυχτερίδα από εδώ και πέρα δεν θα ανήκη ούτε στα πουλιά, ούτε στα ζώα! Έκτοτε αυτή, από την ντροπή της κρύβεται όλη τη μέρα και, μ’ όλο που πετάει σαν πουλί, δεν ανεβαίνει στα δένδρα, αλλά μένει μέσα στις σπηλιές, όπως τα ζώα>>!!
Αυτόχθονες Βόρειας Αμερικής.
Πηγή: «Η Σοφία των Λαών», Χρήστος Μαγγούτας. Σελ.58.
