Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Η ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΤΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑΣ!!!

 

<<Η γερόντισσα είχε αυτό το χάρισμα της διακρίσεως, που το απέκτησε μετά από πολύ πόνο και πολλή προσευχή, δίχως φυσικά αυτό να σημαίνη ότι, λειτουργούσε πάντοτε άψογα. Σίγουρα όμως λειτουργούσε με φόβο Θεού και βαθύ αίσθημα ευθύνης απέναντι στον κάθε άνθρωπο που ο Χριστός επέτρεπε να συναντήση.

Αυτό το ένοιωθε κάθε άνθρωπος που πήγαινε στο ταπεινό της κελλάκι, από το οποίο έφευγε χαρούμενος, ό,τι βάρος και αν είχε στην ψυχή του και προπαντός έφευγε δίχως το δυσβάστακτο για τον καθένα μας φορτίο των ενοχών.

Δεν υπήρχε κανένα είδος κρίσεως ποτέ και για τίποτε!

Αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωσι, ότι συμφωνούσε με το στραβό ή την αμαρτία, ήθελε όμως να χαλαρώση τον συνάνθρωπό της, το πρόσωπο με το οποίο επέτρεπε η αγάπη του Θεού να συνομιλή.

Έτσι, σίγουρος πιά ο συνομιλητής ότι δεν θα τον «φάη» η μοναχή, άνοιγε, «άδειαζε» στην κυριολεξία την ψυχή του έχοντας απέναντί του όχι την γερόντισσα, αλλά τον ίδιο τον εαυτό του, αφού εκείνη δεν μιλούσε, μόνο συμμετείχε.

 

Είχε εντελώς κενώσει τον εαυτό της, έβλεπε στα μάτια και στην ψυχή τού συνομιλητή της και «ταξίδευε» μαζί του, στον πόνο του, στην χαρά του, στην αγωνία του...

Χτίζοντας αυτή την γέφυρα επικοινωνίας με τους ανθρώπους της, μπορούσε κατά περίπτωσι ή να σιωπήση ή να μιλήση, πάντα κατόπιν προσευχής και με ένα σκοπό: Την σωτηρία του πλησίον και σε καμιά περίπτωσι την δική της προβολή και επιβεβαίωσι!

 

Έτσι συνέβη και με την κυρία Μ.Κ., κοσμική γυναίκα, αριστοκράτισσα, κοσμοπολίτισσα, πολύ μορφωμένη και πολύ πλούσια και δραστήρια, αλλά και με πολλές πνευματικές ανησυχίες και απίστευτα πλούσιο εσωτερικό κόσμο. Η κυρία αυτή πήγε αμέριμνη να γνωρίση την γερόντισσα Γαβριηλία συστημένη από μιά φίλη τής γερόντισσας, και κυριολεκτικά «πιάστηκε στην φάκα» της ατέλειωτης αγάπης του Χριστού! Πήγε σαν πριγκίπισσα και βγήκε σαν μαθητούδι.

                Ακόμη και σήμερα διηγείται κλαίγοντας την σκηνή της πρώτης συναντήσεως στο ταπεινό διαμέρισμα στα Πατήσια:

«Μιά γελαστή, σκυφτή από τα χρόνια γερόντισσα, με καταγάλανα μάτια, μου άνοιξε την πόρτα “πετώντας” και με καλωσόρισε με ένα πλατύ χαμόγελο».

Σε λίγο βρέθηκαν καθισμένες η μία απέναντι στην άλλη, κρατώντας η μία το χέρι της άλλης και αφού είπε η κυρία πολλά και ενδιαφέροντα, ξαφνικά η γερόντισσα καθισμένη στην μικρή της πολυθρονίτσα τής αποκάλυψε ωμά, αλλά με λεπτό και απαλό τρόπο – άλλωστε ποτέ δεν μιλούσε σε πρώτο πρόσωπο, αλλά έλεγε συνήθως: «Είπε κάποιος, μου είπε κάποιος» –, κάτι από την προσωπική ζωή τής εν λόγω κυρίας.

             Της είπε επί λέξει:

«Ξέρετε, ήλθε κάποια στιγμή μία κυρία και, αφού μιλήσαμε αρκετά και τα είπαμε ένα χεράκι, της λέγω: “Και τί γίνεται με την μοιχεία;”».

Η κυρία αυτή ακούγοντας αυτά τα απρόσμενα λόγια κυριολεκτικά τα έχασε…

Ήταν χωρισμένη και συζούσε μ’ έναν άλλο άνθρωπο επίσης χωρισμένο και ποτέ δεν της είχε περάσει από το μυαλό, ότι κάνει κάτι κακό, ότι αυτό θεωρείται μοιχεία...

Η γερόντισσα που είχε «διαβάσει» την ψυχή τής καλοπροαίρετης αλλά άσχετης αυτής κυρίας, θέλοντας να την βοηθήση και να της δώση χρόνο να καταλάβη τί της αποκάλυπτε, σηκώθηκε αμέσως από την καρεκλίτσα της και σιωπηλή γύρισε προς την μεριά του τραπεζιού, όπου άρχισε να τακτοποιή σ’ ένα βάζο τα λουλούδια που η κυρία τής είχε μόλις προσφέρει. Η σιωπή ήταν εκκωφαντική, βαρειά και αμείλικτη. Την έκοβες με το μαχαίρι. Η γλυκειά, μέχρι εκείνη την στιγμή γερόντισσα, ύψωσε τείχος.

«Πάγωσα...

Αχ, σκέφτηκα, γιά μένα θα το λέη.

Μα πάλι, πώς;

Εγώ έχω χωρίσει, δεν έχω πει ποτέ ψέμματα στην ζωή μου, το απεχθανόμουν.

Τι συμβαίνει;».

 

Και ενώ η κυρία, ράκος πλέον, σκεφτόταν όλα αυτά, πριν προλάβη να την καταλάβη η απόγνωσι, που τα άκουγε πρώτη φορά στην ζωή της, να της αποκαλύπωνται από αυτή την κατά τα άλλα γλυκειά μοναχή, άκουσε τα προτρεπτικά και συνάμα λυτρωτικά λόγια της γερόντισσας:

«Να πάτε να εξομολογηθήτε στον πατέρα Г.».

Η γερόντισσα, μπαίνοντας βαθειά μέσα στην καρδιά της, ένοιωσε ότι αυτός ο πνευματικός θα την ανάπαυε. Αυτό το έκανε πολύ συχνά. Πρότεινε στους ανθρώπους τον πνευματικό που θεωρούσε ότι, θα ανάπαυε τον συνομιλητή της.

Και, αν τελικά διαψευδόταν και δεν ήταν ο κατάλληλος, δεν κατηγορούσε κανέναν κληρικό, μόνο φρόντιζε να τους στείλη σε άλλον, λέγοντας απλά:

«Δεν είναι για σένα».

Και μία φορά να την επισκεπτόσουν, έμπαινε βαθειά μέσα στην ψυχή σου, σε ακολουθούσε παντού. Η κυρία Μ.Κ. συνάντησε από τότε αρκετές φορές την γερόντισσα. Τα λόγια της, η αγάπη της, η ανεκτικότητά της, η καλωσύνη της, η χαρά της, η προτροπή της να πάη να εξομολογηθή, της χάραξαν πορεία προς το φως, προς τον Χριστό μας, αλλά τόσο ειρηνικά και απαλά, που συνειδητοποίησε τα λάθη της, δίχως να τρομάξη ή να απελπισθή.

Σημειώνει με νοσταλγία και ευγνωμοσύνη:

«Σίγουρα, ήδη από την πρώτη συνάντησι με την γερόντισσα, είχα διδαχθή, όλα όσα μετά συνειδητοποίησα. Κάθε της λέξι ήταν σαν μία σταγόνα ποτιστικής βροχής σ’ ένα ξερό δένδρο… Ένοιωθα ότι κυκλοφορούσε το Άγιο Πνεύμα από την παρουσία Της. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς την δική μου μεταμόρφωσι, σε υπάκουο αγαθό παιδάκι, εγώ, γυναίκα “μορφωμένη”, που άκουγε αληθινά παραμυθητικά λόγια»!>>!!!

 

 

Πηγή κειμένου: «Η Γερόντισσα της χαράς, Μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη», της Μοναχής Φιλοθέης, Ηγουμένης Ιερού Ησυχαστηρίου «Παναγία των Βρυούλων».

            Το είδαμε εδώ:pemptousia