Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΔΡΑΙΑ ΠΙΣΤΙΣ ΟΤΙ, ΜΕΤΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ!!!

 

 

<<Στα Καρούλια ευρισκόταν κάποιος αδελφός και μου λέει:

«Παπά-Εφραίμ, είμαι άρρωστος, έλα να με κοινωνήσης».

Και εγώ του λέγω:

«Θα έλθω να σε Κοινωνήσω την τάδε μέρα, μετά την Θεία Λειτουργία».

Έχω ένα κουτάκι μικρό σαν αυτό του καφέ, που κλείνει ερμητικά, και το βάζω στον κόρφο μου, σαν τον Σταυρό, και πηγαίνω και Κοινωνώ, όποιον έχει ανάγκη. Όταν μελίζη ο παπάς τις Μερίδες, παίρνει μία μικρὴ Μερίδα, με την Αγία Λαβίδα, σαν μία φακή και την “βάφει” μέσα στο Άγιο Αίμα. Και τότε είναι βαμμένη με Σώμα και Αίμα! Έτσι πηγαίνεις και μεταλαμβάνεις τον αδερφό ο οποίος σε ζήτησε.

Λειτούργησα λοιπόν.

Όταν τελείωσα, μετάλαβα εγώ, αλλά ξέχασα να βγάλω μία Μερίδα από το Άγιο Δισκάριο, να την βάλω μέσα στο Αρτοφόριο και να την “βάψω” με το Αίμα του Κυρίου.

Ξέχασα…

Ε…, άνθρωπος είμαι κι εγώ, ξεχνάω.

Και είπα στον αδελφό που περίμενε να κοινωνήση:

«Αδελφέ μου, να κάνης λιγάκι υπομονή, γιατί ξέχασα».

Και αυτός μου είπε: «Καλά».

 

Τον ειδοποιώ πάλι, ότι την τάδε μέρα πάλι θα Λειτουργήσω, αλλά θα είμαι στα Καρούλια κάτω. Και αφού Λειτουργήσω θα πάω να τον μεταλάβω.

Και αυτός λέει:

«Πάρε πάντως το Αρτοφόριο μαζύ σου. Εάν με δής στην Εκκλησία, θα κοινωνήσω, εκεί. Εάν δεν με δής, τότε σημαίνει ότι θα είμαι άρρωστος οπότε έλα να με κοινωνήσης στο κελλί μου».

Και του είπα: «Να είναι ευλογημένο».

Έλεγα τότε μέσα μου:

«Παπά-Εφραίμ, άνοιξε τα μυαλά σου, γιατί τα έχεις κι εσύ λίγα».

Λοιπόν, εκεί στο Αντιμήνσιο βάζω το Αρτοφόριο -το κουτάκι που θα βάλω την μερίδα γιά τον αδελφό-, να το βλέπω εκεί.

Τελειώνω την Θεία Λειτουργία.

Το κουτάκι εκεί στην θέσι του.

Καταλύω λοιπόν…

Βρε, να πάρη η ευχή, να πάρη…

Πάλι ξέχασα… Βρε τί είναι αυτό; Τί είναι αυτό το κακό που με βρήκε;

Λέω πάλι στον αδελφό που περίμενε:

«Αδελφέ μου, ζητώ συγγνώμη, πάλι ξέχασα.

Όταν Λειτουργήσω, θα έλθω πάλι στα Καρούλια να σε κοινωνήσω. Να κανονίσω τον εαυτό μου, κάνοντας τον κόπο να κατέβω πάλι, γιατί τα έχασα τα μυαλά μου…».

Και απαντά ο αδελφός: «Καλά».

 

Πάω λοιπόν, βάζω το Αρτοφόριο επάνω στο Αντιμήνσιο πάλι, γιά να το βλέπω.

Το βλέπω λοιπόν το Αρτοφόριο.

Καταλύω, αλλά πάλι το αυτό, τίποτε…

Μνήσθητί μου, Κύριε, τί είναι αυτό με μένα;;;

Τί είναι αυτὸ με μένα τώρα;;;

Τί να πω τώρα στον αδελφό…

Να είναι ευλογημένο, λέω.

Τότε κατεβάζω το Αρτοφόριο, που έχομε τις ξερές Μερίδες, τις Οποίες έχουμε αποξηράνει. Τις έχουμε κάνει σαν παξιμάδι τη Μεγάλη Πέμπτη! Τις κατεβάζω κάτω λοιπόν, απλώνω το Αντιμήνσιο κι ανοίγω το κουτάκι, βάζω την Αγία Λαβίδα από κάτω, γιά να πάρω μία Μερίδα, αλλά δεν  σηκώνεται ο Άγιος Άρτος… Πιέζω αλλά δεν σηκώνεται… Μα τί γίνεται; Ξαφνικά, από την πίεσι, πετάγεται ο Άγιος Άρτος, ευτυχώς που έπεσε επάνω στο Αντιμήνσιο. Ε…, θα έπεφτε κάτω… Φοβήθηκα, τρόμαξα... Βρε λέω, μήπως οι Μερίδες έχουν κολλήσει στη μούσα; (Μούσα είναι το θαλασσινό σφουγγάρι, που το έχουν πατήσει και γίνεται στρογγυλό, και βάζομε επάνω εκεί τις Μερίδες· γιατί όπου να τις βάλης, τραβάει υγρασία). Πάω βλέπω τις άλλες Μερίδες, αλλά οι Μερίδες κουνιόντουσαν, δεν είχαν κολλήσει. Α…, λέω: «Έχει κώλυμα ο αδελφός…». Γι’ αυτό ξεχνάω εγώ ο Λειτουργός, διότι έχει κώλυμα…

Παίρνω τότε το Αρτοφόριο, κατεβαίνω κάτω και αφού Κοινώνησα τον αδελφό, του λέγω:

«Γέροντα, θέλω να σου πω έναν λογισμό ως αδελφός αλλά περισσότερο ως πνευματικός».

«Τί θέλεις να μου πής παπά-Εφραίμ;»

«Να κάνης μία γενική εξομολόγησι».

«Έχω κάνει τρείς», μου απαντά απότομα.

«Άκουσε, αδελφέ μου, μήπως ξέχασες κάτι», του λέγω.

«Όχι, δεν έχω ξεχάσει τίποτε, έχω κάνει τρείς», λέει πάλι ο αδελφός.

Α! Δεν το σήκωσα πλέον αυτό. Ο τρόπος του, η συμπεριφορά του, δεν το σήκωσα. Να μιλάη έτσι… Και του λέγω:

«Εγώ να θυσιάζωμαι και να σου λέω έναν πνευματικὸ λόγο...

Άνθρωπος είσαι, πάτερ, ένα μικρό να έχης ξεχάσει…

Όπως εκεί που πήγε ο πάτερ-Παΐσιος, ήταν ένας αδελφός, βλάχος, και ήλθε η ώρα του να πεθάνη αυτὸς ο βλάχος, και δεν παρέδιδε την ψυχή του, μόνον έβλεπε το διάβολο δίπλα του. Αυτός που τον υπηρετούσε, του λέει:

“Βλέπεις τoν διάβολο;”.

Και ο αδελφός λέει:

“Ναι, ο διάβολος...”.

A, πάτερ”, λέει, “Έχεις αμαρτία ανεξομολόγητη... Ρώτησε τον διάβολο τί αμαρτία έχεις κάνει”.

Και αυτός τον ερώτησε.

Και ο διάβολος, του λέει:

“Δεν θα παραδώσης την ψυχή σου…”.

“Γιατί, βρε διάβολε, δεν θα παραδώσω την ψυχή μου;”

“Γιατὶ έχεις αμαρτία ανεξομολόγητη”, του απαντά.

“Ποιά είναι αυτή η αμαρτία;”.

Και ο διάβολος δεν μπορεί να απαντήση.

A…, η Μαρία με βιάζει… (Τα ῾βαλε με την Παναγία -Μαρία την λένε οι διαβόλοι-). Δεν μπορώ...”.

Αλλά στο τέλος αποκάλυψε ο διάβολος ότι:

Όταν ήταν λαϊκός ο αδελφός, είχε παντρευθή και όσα παιδιά γεννούσε η γυναίκα του, όλα απέθνησκαν. Στο τελευταίο παιδί, πήγε σ’ έναν μάγο και τους έκανε μάγια… Αυτό το αμάρτημα ο αδελφός, δεν το είχε εξομολογηθή.

Μόλις ο διάβολος του το υπενθύμισε, το εξομολογήθηκε και αμέσως εκοιμήθη!».

 

Και λέω πάλι στον αδελφό:

«Λοιπόν, άνθρωπος είσαι πάτερ, κάτι θα έχης ξεχάσει».

Αυτός όμως ξαναλέει:

«Έχω κάνει τρείς…».

Α! Εγώ να μιλώ κατ’ αυτόν τον τρόπο και ο άλλος να μου λέει...

Τότε, ξέρεις τί μου αποκρίνεται;

«Ξέρεις τί μου λέει ο λογισμός παπά-Εφραίμ;

Λέει, ότι παίρνεις ένα κομμάτι ψωμί, βάζεις λιγάκι νάμα κι έρχεσαι να με μεταλάβης…».

«Μνήσθητί μου, Κύριε!

Να κάνω αυτό το πράγμα…

Πάτερ, γιατί να το κάνω;;;

Καλά, εσένα μπορεί να μη σε σέβωμαι, να μη σ’ αγαπώ, αλλά τον κόπο που κάνω από το σπίτι μου να έλθω κάτω, να σε Κοινωνήσω με ψωμί;;;» του λέω.

 

Επίστευσε στον λογισμό του...

Και να το αποτέλεσμα, να μην είναι άξιος να κοινωνήση…

Γι’ αυτό δεν πρέπει να πιστεύη καθένας στο λογισμό του.

Υπακοή!

Βγάζω το δικό μου το μυαλό και βάζω το μυαλό του Γέροντά μου!

Αυτό θα πη υπακοή!

Να βγάλης τον λογισμό σου, τον δικό σου, και ν’ ακούσης τί θα σου πη ο Γέροντάς σου!>>!!!

 

 

Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης  (1912-1998)