Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΥ!!!

Τη 1η του μηνός Ιουνίου.

Διήγησις ωφέλιμος γεωργού τινος Μετρίου ονομαζομένου.

 

<<Στη Γαλατία της Ασιατικής Παφλαγονίας ζούσε κάποιος γεωργός, που λεγόταν Μέτριος, και ήταν αρκετά ευκατάστατος, αλλά πάντοτε προσεκτικός καί απλούς στους τρόπους και την ενδυμασία του! Αυτός, λοιπόν, βλέποντας πως ο γείτονας του είχε γιούς, που τους έστειλε εις την Κωνσταντινούπολι, γιά να τους κάνη αξιωματούχους του Αυτοκράτορα, επεθύμησε και αυτός, να αποκτήση ένα αγόρι, και άρχισε να παρακαλή τον Θεόν:

«Κύριε, αν είμαι άξιος, χάρισε και σε εμένα ένα αρσενικό παιδί, γιά να το έχω στήριγμα στα γηρατειά μου και να δοξάζω το Όνομά Σου το Άγιο»!

Στο μεταξύ έφθασε η εποχή που γινόταν το ετήσιο πανηγύρι της Παφλαγονίας. Ο Μέτριος εφόρτωσε την βοϊδάμαξά του με διάφορα πράγματα και κίνησε γιά το πανηγύρι. Εκεί, αφού άλλα πούλησε και άλλα αντάλλαξε, επήρε το δρόμο της επιστροφής. Μετά από ώρα, θέλοντας να ξεκουράση τα βόδια του, εστάθη γιά λίγο σ’ ένα λιβάδι με τρεχούμενο νερό. Καθώς όμως κοιτούσε καταγής, βλέπει ένα πουγγί. Το παίρνει και, χωρίς να το ανοίξη, το πετάει εις το αμάξι του. Μετά από λίγο εσηκώθη και συνέχισε την πορεία του. Σαν έφθασε στο σπίτι του, απόθεσε το πουγγί, έτσι καθώς ήταν σφραγισμένο, σε σίγουρο μέρος. Δεν θέλησε ούτε το περιεχόμενό του να δη, ούτε να μιλήση σε κανένα γι’ αυτό!

Μα τί ήταν, αλήθεια, αυτός ο γεωργός;

Απαθής; Άγιος; Άγγελος;

Τον άλλο χρόνο, την ίδια εποχή, φορτώνει πάλι ο Μέτριος το αμάξι του, παίρνει μαζύ του και το πουγγί, και ξεκινάει γιά το πανηγύρι. Αφού έκανε χωρίς χασομέρι τις συνηθισμένες αγοραπωλησίες του, εμάζεψε ό,τι ήταν να πάρη γιά το σπίτι του και έφυγε πρώτος από την αγορά. Σταθμεύει και φέτος στο ίδιο λιβάδι. Λύνει τα βόδια του και τ’ αφήνει να βοσκήσουν. Ο ίδιος κάθεται παράμερα και παρατηρεί διακριτικά τους διαβάτες. Δεν αργεί να φανή ένας άνθρωπος με ζωγραφισμένη στο πρόσωπο την θλίψι... Πλησιάζει, κάθεται κοντά στον Μέτριο και αναστενάζει βαθειά.

«Ποιός είσαι, αδελφέ μου;», τον ερωτά ο καλοκάγαθος γεωργός. «Γιά ποιό λόγο θλίβεσαι και στενάζεις;».

Ο άλλος, από την μεγάλη του οδύνη, δεν μπορούσε να μιλήση.

Ο Μέτριος τον ξαναρώτησε με στοργή.

Τότε ο άγνωστος αποκρίθηκε:

«Και τί θα βγη, αδελφέ μου, εάν σου πω τον πόνο μου;».

«Πες τον εσύ, και πού ξέρεις; Μπορεί να σε παρηγορήσω, έστω και μ’ ένα λόγο!», του είπε ο Μέτριος.

Ο άλλος στέναξε πάλι βαθειά και του λέει:

«Άκουσε, τότε. Εγώ που με βλέπεις, αδελφέ, ήμουν έμπορος τρανός. Πέρυσι λοιπόν, τέτοιον καιρό, πήρα χίλια φλουριά δικά μου, δανείσθηκα και άλλα ξένα, αγόρασα εμπορεύματα και ήλθα στο πανηγύρι. Αφού πούλησα τις πραμάτειες μου, έβαλα σ’ ένα πουγγί χίλια πεντακόσια φλουριά, το έδεσα σφιχτά με μεταξωτό κορδόνι, το σφράγισα και έφυγα. Περνώντας όμως από τούτο το λιβάδι, όπου στάθηκα λίγο να ξεκουρασθώ, το έχασα… Όσο κι αν έψαξα, δεν μπόρεσα να το εύρω. Λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε... Έτσι, έπεσα σε μεγάλη φτώχεια...

Και εσένα όμως, αδελφέ μου, σε βλέπω πτωχό και κακοντυμένο.

Σε τί μπορείς λοιπόν να με βοηθήσεις;».

Ο Μέτριος επείσθη ότι σ’ εκείνον ανήκε το πουγγί. Το πήρε αμέσως από το αμάξι και του το έδειξε λέγοντας: «Μήπως είναι τούτο το πουγγί που έχασες;».

Ο έμπορος δεν πρόλαβε να πη ούτε λέξι. Αναγνωρίζοντας την χαμένη περιουσία του, από την έκπληξι και τη χαρά έπεσε κάτω λιπόθυμος. Ο Μέτριος έφερε νερό από την πηγή, του έβρεξε το πρόσωπο και τον συνέφερε.

«Πες μου, αδελφέ», ξαναρώτησε μειλίχια, «δικό σου είναι το πουγγί;»

Ο έμπορος, με δάκρυα στα μάτια, έπεσε στα πόδια του γεωργού.

«Ναί, άγγελε του Θεού!», έλεγε μέσα σε λυγμούς. «Δικό μου είναι! Και, καθώς βλέπω, ούτε καν το άνοιξες! Είναι σφραγισμένο, όπως το είχα!»!

«Άνοιξε το μπροστά μου, σε παρακαλώ», είπε ο Μέτριος. «Κι αν έχη μέσα όσα φλουριά μου είπες, τότε πιστεύω πως σού ανήκει».

Το άνοιξαν και μέτρησαν τα νομίσματα. Ήταν πραγματικά χίλια πεντακόσια!

Ύστερα απ’ αυτό ο έμπορος παρεκάλεσε τον Μέτριο να πάρη σαν δώρο τα πεντακόσια φλουριά. Εκείνος όμως ούτε να τ’ ακούση δεν ήθελε. Έπεσε στα πόδια του ο άλλος και τον ικέτευε να δεχθή τουλάχιστον λίγα φλουριά. Μα ο αφιλάργυρος γεωργός ήταν αμετάπειστος! Σηκώθηκαν λοιπόν και οι δυό, προσευχήθηκαν εις τον Θεόν, αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλο και τράβηξαν χαρούμενοι γιά τα σπίτια τους.

Την ίδια νύκτα ο Μέτριος είδε στον ύπνο του έναν ολόλαμπρο Άγγελο.

«Ο Θεός», του είπε, «γιά ν’ ανταμείψη την πράξι σου, θα σου χαρίση παιδί αρσενικό, που θα γίνη όπως ποθείς. Θα πάη εις την Κωνσταντινούπολι, θ’ αποκτήση δόξα μεγάλη και θα φέρη πολλά καλά στην γενιά σου!»!

Εξύπνησε ο γεωργός και εδόξασε τον Θεόν γιά το καλό άγγελμα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η γυναίκα του εγέννησε αγόρι! Το όνομα που θα έπαιρνε στο Άγιο Βάπτισμα, το αποκάλυψε στον Μέτριο πάλι Άγγελος Κυρίου!

«Κωνσταντίνος θα ονομασθή το παιδί σου», του είπε.

Ο μικρός Κωνσταντίνος λοιπόν, αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα, ωδηγήθηκε εις την Βασιλεύουσα. Η Πρόνοια του Θεού τον έφερε στα χέρια της Βασίλισσας, που τον έβαλε κοντά στο Βασιλέα Λέοντα τον Σοφό. Ο Βασιλιάς πάλι, τόσο πολύ τον συμπάθησε και τον τίμησε, που τον ανέβασε στα ανώτατα αξιώματα του Κράτους, κάνοντάς τον Πατρίκιο και παρακοιμώμενο. Από την θέσι αυτή, όπως είχε προαναγγείλει ο Άγγελος στον Μέτριο, ο Κωνσταντίνος ευεργέτησε τους γονείς του και όλους τους συγγενείς του!

Αυτόν λοιπόν τον ευλογημένο και χαριτωμένο Μέτριο πρέπει να μιμούνται και οι σημερινοί Χριστιανοί, γιά ν’ απολαύσουν και την ευτυχία του! Και όταν πέφτη εις τα χέρια τους χαμένο πράγμα, να μην το κρατούν, έστω και αν δεν γνωρίζουν σε ποιόν ανήκει. Διότι εάν το κρατούν, αυτή η πράξι λογίζεται ως κλοπή… Αντίθετα, να ψάχνουν γιά τον κύριο του πράγματος και, όταν τον εύρουν, να του το παραδίδουν! Χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα! Αυτό είναι το χρέος των Χριστιανών, σύμφωνα μάλιστα και με τον 10ο Κανόνα του Αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, που λέγει:

«Τους την εντολήν πληρούντας, εκτός πάσης αισχροκερδείας πληρούν δει, μήτε μήνυτρα, ή σώστρα, ή εύρετρα, ή ώ ονόματι ταύτα καλούσιν, απαιτούντας»!>>!!!

 

 

Πηγή κειμένου: «Διηγήσεις φοβερές και ωφέλιμες».

Από τα Μηνιαία της Εκκλησίας μας.

Εκδόσεις Ι.Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός.