Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΔΙΗΓΗΣΙΣ - ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΤΟΥ ΑΟΙΔΙΜΟΥ γ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ!!!

 

<<Ευρισκόμασθε στο 1941.

Ζούμε στους χρόνους της μαύρης σκλαβιάς του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Η υπόλοιπη Ελλάδα ευρίσκεται υπό την μπότα των Γερμανών. Όμως η Μακεδονία ζει ημέρες της πλέον στυγνής δουλείας που είχε γνωρίσει εις την Ιστορίαν της…

Εδώ κατακτητής είναι ο γειτονικός Ομόδοξος βουλγαρικός Λαός.

Πολλοί αιτιώνται την απηνή σκληρότητα μόνον των Βουλγάρων. Όμως χάριν της αληθείας οφείλουμε να ομολογήσουμε, από παθόντες αυτόπτες μάρτυρες, ότι φοβερά δεινά υπέστησαν οι Μακεδόνες αδελφοί μας και από δικούς μας… Από εξωμότες δηλαδή Έλληνες, οι οποίοι κατετάγησαν στο αντίθετο στράτευμα, αλλά και από κρυφοβουλγάρους που ζούσαν σε Ελληνικά χωριά...

Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Θανάσης, ο οποίος ήταν υφιστάμενος του Δεκανέα Χαράλαμπου (ως λαϊκός ο παπά-Χαράλαμπος), στον Ελληνικό Στρατό, ο οποίος μάλιστα, πολλές φορές, είχε ευεργετηθή από αυτόν, πριν σπάση το μέτωπο από τους Γερμανούς.

 

Ήταν λοιπόν, μιά ανοιξιάτικη ημέρα του 1941.

Ξαφνικά ακούγονται στα βουνά, στην πόλι, στους δρόμους, κραυγές, πόνος…

Τί συμβαίνει;

Κατέβηκαν οι Κομιτατζήδες… Αιφνιδιαστικά πετσοκόβουν όσους βρίσκουν μπροστά τους. Το μακελειό απερίγραπτο… Χιλιάδες οι νεκροί, κατακρεουργημένοι εδώ και εκεί...

Την εποχήν εκείνη διέλαμπεν η φήμη του γνωστού χαρισματούχου Γέροντος της Σίψας, Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη, ο οποίος επρόλαβε ν’ αποκρύψη ένα μεγάλον αριθμόν ανθρώπων στο Ησυχαστήριό Του, ως άλλος Αβδιού από οργής Ιεζάβελ. Συγχρόνως, επί τρεις-τέσσερις ημέρες τους εξασφάλιζε και το σιτηρέσιον (τροφή). Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο Χαράλαμπος μαζύ μ’ ένα από τα δίδυμα αδελφάκια του, τον δεκαεξαετή περίπου Δαμιανόν.

Μετά από το διάστημα αυτό εκόπασαν οι ιαχές των όπλων.

«Επί τέλους», λένε, «φύγανε. Καιρός, λοιπόν, να πορευθή ο καθένας στην δουλειά του».

Παραλαμβάνει ο Χαράλαμπος την άμαξαν με τα ζώα και βγαίνει στο δάσος γιά τ’ απαραίτητα ξύλα. Το ίδιο έκαμαν και πολλοί άλλοι. Και όμως, δεν περνά πολλή ώρα και διαπιστώνουν ότι είχαν πέσει θύματα ενέδρας.

Ακούεται δυνατή φωνή:

«Αλτ! Ψηλά τα χέρια».

Εντός ολίγου όλοι εκείνοι οι βιοπαλαιστές ευρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των Κομιτατζήδων.

«Κακούργοι σας πιάσαμε. Όλοι κατάσκοποι είσασθε...»

Όποιος τολμούσε να διαμαρτυρηθή; Σαν απάντησι «φλάπ», με το γκλοπ...

«Περνά», λέγει ο Χαράλαμπος«από κοντά μας ο κομιτατζής. Μού αρχινά: “Κακούργε, κατάσκοπε...”. Τού λέγω: “Βρε κοίταξε μπροστά σου· ο αδελφός μου, ακόμη ανήλικος είναι· κατάσκοποι είμασθε; Προς Θεού”. Φλαπ, φλαπ, με το γκλοπ. Τί να πω… Αν μπορής βρες δίκαιο· το βούλωσα».

Μας ωδήγησαν στο στρατόπεδο έξω από τη Δράμα. Αφού μας έφεραν στη φυλακή, μας έκλεισαν όλους σε μιά μεγάλην αίθουσαν, χωρίς ψωμί, χωρίς νερό επί μία εβδομάδα. Κάθε μέρα, πρωΐ-βράδυ, περνούσαν μερικοί στρατιώτες. Άλλος μας κλωτσούσε με σιδερένιες μπότες, άλλος κτυπούσε με γκλοπ, άλλος μπουνιές, άλλος ξύλο κ.λ.π.. Εν τω μεταξύ πεινάσαμε κιόλας· φαγητό τίποτε. Ένας από την παρέα φωνάζει απελπισμένος:

«Πεινώ». Απάντησις... φλάπ, ξύλο. Να φαγητό...

Άλλος ένας φωνάζει απελπισμένος: «Νερό-νερό, καίομαι».

Τού απαντά τότε ο κομιτατζής: «Νερό δεν έχει… Έχει όμως ούρα…».

Και ο διψασμένος, καμένος όπως ήταν: «Φέρε, ας είναι και ούρα…».

Γιά μιά στιγμή, σαν ήμουν στη φυλακή, βλέπω ένα στρατιώτη γνωστό μου. Κοιτάω καλά· ο Θανάσης. «Δόξα τω Θεώ!», λέω, «σωθήκαμε, φίλος μου είναι». Τον πλησιάζω με θάρρος: «Θανάση, Θανάση, τί γίνεσαι;». Με πλησιάζει ο «φίλος» μου ο Θανάσης με το γκλοπ και σαν απάντησι: Φλαπ-φλαπ, μ’ έκαμε σαπούνι. Ήταν και αυτός ένας από τους εξωμότες. Σ’ αυτήν την κατάστασι με τα κλωτσοκοπήματα παραμείναμε έξι ημέρες. Κατά την εβδόμην καταφθάνει και το θλιβερώτερο μήνυμα:

«Καταδίκη εις θάνατον»…

Τελειωτικό κλωτσοκόπημα μέχρις εξοντώσεως. Όλοι πάγωσαν… 

 

Τότε ήλθα σε μίαν πολύ μεγάλην περισυλλογή. Εσκέφθηκα μέσα μου: «Αχ, πόσο μάταιη είναι αυτή η ζωή... Ήθελες Χαράλαμπε να παντρευθής γιά να γίνης παπάς, να σώσης τον κόσμον... Λοιπόν σώσε τώρα, πρώτα τον εαυτό σου..!».

Στην συνέχεια γονάτισα κάτω και με πύρινα δάκρυα εφώναξα:

«Άγιε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, Μεγάλε Στρατιώτα του Χριστού, σώσε μας και σου υπόσχομαι ν’ αφιερώσω εξ ολοκλήρου εις τον Θεόν τη ζωή μου!».

Μόλις τελειώνω την προσευχήν, να και ακούω ένα κρότον από πάνω μας, «γκλακ-γκλακ», καλπασμός αλόγου! Στρέφω ψηλά το βλέμμα, ένα άλογο εκάλπαζε στον αέρα από πάνω μας! Καβαλλάρη όμως δεν είδα. Κατάλαβα όμως και λέω: «Βρε! Ο Αη-Γιώργης είναι σίγουρα! Μόνο που είμαι ανάξιος να ιδώ τον Ίδιον! Ας είναι και το άλογο! Αυτό σημαίνει ότι μας άκουσε!»!

Από την άλλην παρέα κανένας δεν είδε τίποτε.

Ωστόσο με υψωμένο το ηθικό παρηγορούσα τους πονεμένους συντρόφους μου:

«Θάρρος, παιδιά, θα γλυτώσουμε, ο Αη-Γιώργης θα μας σώση!».

Θάρρος, αλλά τί θάρρος;

Η κατάστασις επιδεινώνεται. Αποκορύφωμα η τελευταία απόφασις. Ήδη την εβδόμην ημέραν πρωΐ-πρωΐ, μπαίνουν μέσα οι δήμιοι να μας αποτελειώσουν. Καί όμως δεν προλαβαίνουν να δώσουν τα πρώτα κτυπήματα. Ανοίγει ξαφνικά διάπλατα η πόρτα της φυλακής. Ένας γεροδεμένος νέος μπαίνει μέσα με άγριες φωνές:

«Σταματάτε κακούργοι αμέσως, εί δ’ άλλως θα σας καθαρίσω όλους. Αφήστε τους αθώους αυτούς ανθρώπους να πάνε σπίτι τους»!

Εν ριπή oφθαλμού, άλλαξε το σκηνικό.

Χαθήκαν όλοι· μαζύ τους και ο άγνωστος εκείνος νέος. Το τί έγινε δεν περιγράφεται, χαρές, φιλιά, κλάμματα, συγκινήσεις.

«Δεν σας το έλεγα εγώ», τους είπα, «θα μας σώση ο Αη-Γιώργης! Αν θέλετε να σας πω και τί του έταξα: “Θα αφιερωθώ εις τον Θεόν!”».

Συμπληρώνει o μικρός Δαμιανός:

«Εγώ έταξα, όσο ζω, το καντήλι Του ακοίμητο να καίη σπίτι μας!».

Και ένας εξάδελφος ο Βασίλης είπε:

«Και εγώ έταξα να Τού αφιερώσω το άλογό μου!».

Ωστόσο είχαμε την απορία, ποιός ήταν ο άγνωστος ευεργέτης;

Ο ένας έλεγε ότι ήταν παλληκάρι, άλλος ότι ήταν μεσήλικας, άλλος έλεγε:

«Φωνήν ακούσα, πρόσωπο δεν είδα»!

Άλλος την φωνήν άκουσε στα Ελληνικά· άλλος στα Βουλγαρικά!

Παραμένουμε όλοι οι αιχμάλωτοι μ’ αυτές τις εντυπώσεις αλλά οι φυλακές παρέμεναν κλειδωμένες. Ήδη μερικοί άρχισαν πάλιν να μεμψιμοιρούν.

«Μήπως... μήπως...».

Αρχίζω ξανά να τους ενθαρρύνω: «Θάρρος, αδέλφια! Τελειώσαν όλα, λίγη υπομονή!».

Πράγματι δεν περνά πολλή ώρα, ξανανοίγουν οι πόρτες.

Επίσημη Aνακοίνωσις από τον Βούλγαρο Βασιλιά Βόρι:

«Επειδή σήμερα η Βασίλισσα εγέννησεν τον διάδοχόν μου, απονέμω χάριν σ’ όλους τους αιχμαλώτους. Απ’ αυτήν την στιγμήν είσασθε όλοι ελεύθεροι!»!

Μόλις ανοίγουν οι φυλακές, από την χαρά μας, παρ’ όλην την πείνα και την εξάντλησι, σε λίγη ώρα ευρεθήκαμε στα σπίτια μας. Μόνη απορία που έμεινε όμως στους αιχμαλώτους, ποιός ήταν αυτός ο άγνωστος ευεργέτης μας. Άγγελος;! Άγιος, άνθρωπος;!

Όπως και να έχη, γεγονός είναι ότι, ήταν σταλμένος από Θεού, στη πιό κρίσιμην ώρα! Δηλαδή στο παρά πέντε! Αλλιώς, μέχρι να ᾿φθανε το Bασιλικό μήνυμα, θα ήταν πιά πολύ αργά!>>!!!

 

 

Γέρων Χαράλαμπος Διονυσιάτης (1910-2001)!!!

 

 

Πηγή κειμένου: «Παπά-Χαράλαμπος Διονυσιάτης, ο απλοϊκός ηγούμενος και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής», Ιωσήφ Μ.Δ.  Σελ.:41-46.