Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

«ΝΥΝ ΔΕ ΩΔΕ ΠΑΡΑΚΑΛΕΙΤΑΙ, ΣΥ ΔΕ ΟΔΥΝΑΣΑΙ» (Λουκά_ΙΣΤ΄25΄)!!!

  

Ο πατήρ Επιφάνιος σε μία από τις ομιλίες του στους Τρεις Ιεράρχες, είχε αναφερθή στην «μνήμη θανάτου». Πάνω σ’ αυτό το θέμα, μας εδιηγήθηκε ένα αληθινό περιστατικό από μνήμης, μέσα από το Μεγάλο Γεροντικό, το οποίο είναι πολύ συγκλονιστικό και πολύ διδακτικό:

 

<< Την ιστορία αυτή, την εδιηγήθηκε στον Πνευματικό της, μία αφιερωμένη εις τον Θεόν παρθένος, και εκείνος την έγραψε όπως ακριβώς την άκουσε από το στόμα της, γιά να την μάθουν και άλλοι και να ωφεληθούν:

 

«Οι γονείς που με έφεραν στον κόσμο», εδιηγήθηκε η κοπέλα, «ήταν εντελώς ασύμφωνοι στον χαρακτήρα και με αντίθετες κατευθύνσεις στη ζωή. Ο πατέρας μου ήταν πολύ αγαθός άνθρωπος, πράος, ταπεινός, επιεικής, αφάνταστα ελεήμων, σώφρων και εγκρατής. Πολύ ευαίσθητος στην υγεία του... Αφ’ ότου είμαι σε θέσι να θυμάμαι, τον έβλεπα τον περισσότερο καιρό άρρωστο στο κρεββάτι, ωχρό και αδύναμο... Υπέφερε όμως με θαυμαστή υπομονή! Ποτέ δεν τον άκουσε κανείς να παραπονιέται γιά τη βασανιστική αρρώστια του!

Στα μικρά διαστήματα που ανάρρωνε, επιστατούσε στα κτήματά του. Το μεγαλύτερο μέρος από τα κέρδη του, τα μοίραζε στους πτωχούς. Με το υπόλοιπο συντηρούσε τη μικρή του οικογένεια, δηλαδή τον εαυτό του, τη μητέρα μου και εμένα. Κοντά στις άλλες του αρετές, ο καλός μου πατέρας, είχε αποκτήσει και τη σιωπή. Σπάνια μιλούσε και πολλοί τον ενόμιζαν άλαλο, και αυτό διότι, προσευχόταν διαρκώς εις τον Θεόν με τον νου του και την καρδιά του!

Η μητέρα, αντιθέτως, ήταν τύπος γυναίκας του κόσμου. Αγαπούσε με πάθος την καλοπέρασι, τις διασκεδάσεις, τα πολλά στολίδια και τα φορέματα... Έκανε τόσο πολυδάπανη ζωή, που είχαμε πάντα οικονομικές στενοχώριες… Θύμωνε και φιλονικούσε διαρκώς, μέσα και έξω από το σπίτι... Τόσο δε φλύαρη και πολυπράγμων ήταν η ταλαίπωρη, που ήξερε καλά όλα τα νέα της μικρής μας πόλεως, και ακόμη ό,τι γινόταν έξω απ’ αυτήν...

Φίλαυτη καθώς ήταν, φρόντιζε πρώτα γιά τον εαυτό της και ύστερα γιά την οικογένειά της. Γιά τον άνδρα της δεν έδειχνε καμμία στοργή και με τη φανερή της αντιπάθεια μεγάλωνε τα βάσανά του. Παρ’ όλα της τα ελαττώματα και την άκρατη ζωή που έκανε, είχε υγεία και γεροδεμένο σώμα. Ποτέ δε θυμάμαι να αρρώστησε.

Ενώ ήμουν ακόμη μικρό κοριτσάκι, ο πατέρας πέθανε ύστερα από βασανιστική αρρώστια. Συνέβη και αυτό ακόμη στον θάνατό του, που μου έκανε τρομακτική εντύπωσι. Έγινε τέτοια πρωτοφανής κακοκαιρία, αέρας, βροχή, κεραυνοί, που ήταν αδύνατον να βγούμε να τον θάψουμε… Κρατήσαμε έτσι το λείψανο τρεις μέρες άταφο στο σπίτι... Τέλος, δύο άνδρες από τους συγγενείς μας αναγκάσθηκαν, με πολλή δυσκολία, να τον μεταφέρουν στο Κοιμητήριο και να το θάψουν πρόχειρα, διότι δεν αντέχαμε άλλο να βλέπουμε τον νεκρό στο σπίτι... Περιφρονημένος και στον θάνατό του ο καλός μου πατέρας, αφού ούτε η κηδεία του έγινε... Μερικοί κακοί γείτονες, μάλιστα, βλέποντας τις τόσες κακομοιριές, τον κακολογούσαν...:

“Ποιός ξέρει τί αμαρτίες έχει κάνει”, έλεγαν, “αφού δεν αφήνει ο Θεός ούτε να ταφή”...

Η μητέρα μου, ύστερα από τον θάνατο του πατέρα, ανεμπόδιστα πια, πήρε τον ηθικό κατήφορο και μετέβαλε το σπίτι μας σε τόπο ακολασίας... Αλλά δεν έζησε πολύ. Πέθανε ξαφνικά, ενώ είχε σπαταλήσει στο μεταξύ, ό,τι είχε απομείνει από την περιουσία του πατέρα μου. Οι φίλοι της όμως, της έκαναν μεγαλοπρεπή κηδεία. Και ήταν ένας καιρός θαυμάσιος. Αυτό το πρόσεξα ιδιαιτέρως.

Εγώ που είχα περάσει πια την παιδική μου ηλικία και είχαν αρχίσει να με κυριεύουν οι νεανικές ανησυχίες, βρέθηκα ολομόναχη στον κόσμο και σε μεγάλη αμηχανία γιά το τί δρόμο έπρεπε να ακολουθήσω. Οι σκέψεις με βασάνιζαν…

Πρέπει, χωρίς άλλο, να φτιάξω μόνη μου τη ζωή μου, αφού δεν έχω πια προστάτες. Αλλά ποιόν δρόμο να διαλέξω; Έχω μπροστά μου δύο διαφορετικά παραδείγματα:

Της μητέρας και του πατέρα.

Εκείνος, καλός, αλλά δυστυχής... Κατατρεγμένος στη ζωή και στον θάνατο... Αδύνατον να φύγη από τον νου μου το άταφο σώμα του... Αν άρεσε στον Θεό, γιατί βασανίσθηκε τόσο;

Η μητέρα δεν είχε ηθική ζωή… Αυτό το είχα καλά αντιληφθή. Είχε όμως όσα αγαθά μπορεί κανείς να επιθυμήση, υγεία, καλοπέρασι, πολλές γνωριμίες, και έφυγε ευχαριστημένη από τον κόσμο, μπορεί να πη κανείς.

Όσο πιο πολύ συλλογιζόμουν το πράγμα και έκανα με το μικρό μυαλό μου σύγκρισι, τόσο περισσότερο έκλεινα, να ακολουθήσω τη ζωή της μητέρας. Ο Φιλάνθρωπος Θεός όμως με ευσπλαγχνίσθηκε και με ωδήγησε στον σωστό δρόμο, με αυτόν τον παράδοξο τρόπο:

Μία νύκτα, που έπεσα να κοιμηθώ, κάνοντας πάλι τις ίδιες σκέψεις, έζησα ένα αποκαλυπτικό όραμα: Ένοιωσα ξαφνικά, να ανοίγη η πόρτα του δωματίου μου και να μπαίνη μέσα ένας νέος με φωτεινό πρόσωπο, αφάνταστα μεγαλοπρεπής! Ήλθε κοντά μου. Μου έριξε βλέμμα διαπεραστικό, σαν να ήθελε να ερευνήση τα πιο απόκρυφα της καρδιάς μου.

“Τί σκέπτεσαι;” με ερώτησε με φωνή ασυνήθιστα αυστηρή αλλά μελωδική.

Ξαφνιάσθηκα, ετρόμαξα και εκόπηκε η μιλιά μου.

Εκείνος επέμενε:

                “Φανέρωσε ευθύς τις σκέψεις σου”.

Όσο πιο αυστηρός γινόταν ο άγνωστος εξεταστής, τόσο εγώ παρέλυα από φόβο. Αφού δεν έπαιρνε απάντησι, εφανέρωσε μονάχος τις σκέψεις μου, που τόσο με εβασάνιζαν. Μου έλεγε με ακρίβεια το κάθε τι, που είχε περάσει από τον νου μου και που εγώ εγνώριζα, ώστε δεν μπορούσα ν’ αρνηθώ, ούτε να δικαιολογήσω τον εαυτό μου. Έπεσα τότε σαν καταδίκη στα πόδια του και τον παρακαλούσα με λυγμούς να με συγχωρήση. Έδειξε πώς με ελυπήθηκε, διότι άλλαξε αμέσως ύφος.

“Ακολούθησέ με!!”, πρόσταξε.

Με επήρε από το χέρι και, σαν αστραπή, με έφερε σε μία απέραντη πεδιάδα γεμάτη φως και ομορφιά! Δε θα επιχειρήσω να την περιγράψω, γιατί δεν περιγράφονται τα απερίγραπτα! Ευτυχισμένα όντα απολάμβαναν με γαλήνη τα υπερκόσμια εκείνα κάλλη! Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον πατέρα μου! Με είδε και εκείνος! Ήλθε κοντά μου. Με επήρε στην αγκαλιά του! Πόση ασφάλεια και ευτυχία ένοιωσα! Δεν ήθελα ποτέ πια να τον αποχωρισθώ!! Σφίχθηκα επάνω του και τον παρακαλούσα να μη με αφήση να φύγω: “Κράτησέ με γιά πάντα κοντά σου, καλέ μου πατέρα!!”, του έλεγα.

“Τώρα, δε γίνεται αυτό που ζητάς”, μου είπε και πρόσθεσε με σοβαρότερη φωνή: “Αν ακολουθήσης τα ίχνη μου, θα ετοιμάσης εδώ διαμονή! Από την θέλησί σου εξαρτάται!”!

Με εκοίταξε με τρυφερότητα και εφίλησε τα μάτια μου, γιά να σκουπίση τα δάκρυά μου.

Ο συνοδός μου τότε έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.

Εγώ όμως δεν εννοούσα να φύγω από την αγκαλιά του πατέρα μου.

Τότε εκείνος ήλθε και με ετράβηξε μαλακά από το χέρι.

“Είναι ανάγκη” είπε, “να ιδείς και τη μητέρα σου”.

Τον ακολούθησα λυπημένη που με εχώρισε από την ευτυχία μου. Τώρα κατεβαίναμε. Κατεβαίναμε όλο και πιο βαθειά. Σ’ ένα τόπο ακάθαρτο, σκοτεινό, πληκτικό... Κόπηκε η αναπνοή μου από τη βρωμιά και τον φόβο. Τερατώδεις μορφές περιφέρονταν παντού... Δυστυχισμένες ψυχές βασανίζονταν, χωρίς οίκτο, από φλόγα άσβεστη. Ανάμεσά τους είδα τη μητέρα μου, βυθισμένη ως τον λαιμό σ’ εκείνο που μου φάνηκε σαν βρώμικη λάβα… Οι κραυγές της έβγαιναν σπαρακτικές, οι στεναγμοί της αδιάκοποι, το τρομερό τρίξιμο των δοντιών της ξέσκιζε την καρδιά μου...

Θα με αναγνώρισε, γιατί ξέσπασε σε ασυγκράτητο θρήνο:

“Αλλοίμονο, σε μένα την αθλία... Να τί κέρδισα γιά τόσο λίγη ηδονή: Απελπισία και βάσανα χωρίς τέλος...”

Λόγια απεγνωσμένα...

Κόντευα να μείνω νεκρή από την θλίψι μου.

“Λυπήσου παιδί μου, εκείνη που σε εγέννησε και σε εμεγάλωσε…”, άρχισε να φωνάζη απελπισμένα. “Άπλωσε το χέρι σου να με βγάλης από αυτήν την οδύνη…”.

Τί να έκανα;» συνέχιζε την διήγησί της η κοπέλλα, «εσπάραζε η ψυχή μου από την λύπη. Άπλωσα το χέρι, νομίζοντας πως μπορούσα να βοηθήσω εκείνη που με είχε φέρει στον κόσμο. Μα ένοιωσα τέτοιο πόνο αγγίζοντας τη λάβα, που ξέσπασα σε δυνατές κραυγές. Αναστάτωσα τη γειτονιά. Σε λίγο το σπίτι εγέμισε κόσμο. Με βρήκαν σε κακά χάλια. Πολλοί ενόμιζαν πως είχα χάσει τα λογικά μου. Ήταν αδύνατον να εξηγήσω τί μου συνέβαινε. Έδειχνα την φοβερή πληγή που μου άφησε στο χέρι εκείνο το κάψιμο, γιά να τους δώσω να καταλάβουν, πως εξ αιτίας του βασανιζόμουν.

Έμεινα πολύ καιρό στο κρεββάτι βαρειά άρρωστη, και με την μεγάλη πληγή και το τρομερό κάψιμο στό χέρι μου…

Όταν με τη Χάρι Του Θεού, έγινα καλά, ακολούθησα χωρίς δισταγμό τον δρόμο του πατέρα μου και ελπίζω στο Έλεός Του Κυρίου μου, πως θα με σώση και θα με αξιώση να ζήσω την ευτυχία Του, κοντά στον πατέρα μου!»!!!

 

Ο π. Επιφάνιος ετελείωσε τη διήγησί του, όμως όλοι μας είχαμε μείνει καθηλωμένοι, σιωπηλοί προβληματισμένοι και σκεπτικοί. Το περιστατικό που μας αφηγήθηκε, μας συνεκλόνισε στην κυριολεξία. Πώς θα αισθανώμεθα εάν ευρισκώμεθα στη θέσι της κοπέλας;;

Κάποιος από το ακροατήριο συνήλθε πιο γρήγορα και ερώτησε τον π. Επιφάνιο: 

«Γέροντα, αναρωτιέται κανείς, πώς επέτρεψε ο Θεός κάτι τέτοιο;

Γιατί ο καλός πατέρας της κοπέλας επέρασε τόσες ταλαιπωρίες και έφυγε από αυτήν τη ζωή περιφρονημένος ακόμη και στον θάνατό του;

Γιατί η τόσο αμαρτωλή μητέρα της, ενώ επέρασε έτσι όπως της άρεσε την ζωή της, χωρίς ασθένειες, χωρίς ταλαιπωρίες, ο Θεός επέτρεψε να έχη και μία μεγαλοπρεπή κηδεία; Δεν έπρεπε να έχει συμβή το αντίθετο;».

 

Και ο π. Επιφάνιος απήντησε:

«Κατ’ αρχάς παιδιά μου, όπως έχομε πει και άλλες φορές, θα πρέπη να λυπούμεθα εάν δεν έχωμε δοκιμασίες στη ζωή μας. Όμως, επειδή αυτό το έχομε αναλύσει, δεν θα επεκταθώ. Όσο γιά το περιστατικό, σίγουρα ήταν Οικονομία Θεού! Ο καλός πατέρας, άνθρωπος της Εκκλησίας, τίμιος, ελεήμων, υποχωρητικός, υπέφερε με θαυμαστή υπομονή τις αρρώστιες του, τις απιστίες και την περιφρόνησι της γυναίκας του, την πολυδάπανη ζωή της. Εργαζόταν όσο μπορούσε, για να βοηθάη τους συνανθρώπους του και να παρέχη τα πάντα στην οικογένειά του. Όμως, και αυτός ως άνθρωπος, μπορεί να είχε κάποιες ατέλειες, μερικά ελαττώματα, λίγες αδυναμίες. Έτσι, με αυτές τις ταλαιπωρίες που υπέστη εις την ζωή του, αλλά και με όσα ακολούθησαν στον θάνατό του, τα “εξώφλησε” όλα! Εκαθαρίσθηκε και από τα ελάχιστα ίχνη των παθών του και επήρε μεγαλύτερο Στεφάνι στον Ουρανό! Ο Θεός επιτρέπει πολλές φορές, να υποφέρουν από φοβερές ασθένειες δίκαιοι και ενάρετοι άνθρωποι. Εξ άλλου, αφού στον Υιό Του τον Αγαπητό επέτρεψε να υποφέρη και να πεθάνη επί Του Σταυρού, τί να πούμε γιά τους ανθρώπους, οι οποίοι, όσο άγιοι κι αν είναι, έχουν ρύπους και κηλίδες από αμαρτίες; Τώρα, ο καλός πατέρας, απολαμβάνει τα Αγαθά της Βασιλείας Του Θεού. Είναι στον Παράδεισο, όπως περιέγραψε η κοπέλα στον Πνευματικό της»!

 

Και ο π. Επιφάνιος συνέχισε λέγοντας:

«Όσο γιά τη μητέρα της, μπορεί και εκείνη κάτι καλό να είχε κάνει στη ζωή της. Ο Θεός λοιπόν της τα “εξώφλησε”, με την καλή ζωή που έζησε στη γη (όπως εκείνη την αντιλαμβανόταν καλή), που ήταν επιλογή της, και με τη μεγαλοπρεπή κηδεία, την οποία της έκαναν όταν έφυγε από τον κόσμο, εκείνη την ηλιόλουστη ημέρα. Και μετά, θα άκουσε τό: “Eσύ απέλαβες τα αγαθά σου εν τη ζωή σου”.

Έτσι είναι παιδιά μου: Ο Θεός σέβεται απόλυτα την ελευθερία μας και τις επιλογές μας!!!» >>!!!

 

 

Απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα ομιλίας του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου εις τους Τρεις Ιεράρχας, της οδού Μενάνδρου 4!!