
«Περισσότερο εξέταζε τον εαυτό σου και όχι τους άλλους,
γιατί στο πρώτο θα είσαι κερδισμένος εσύ, ενώ στο δεύτερο οι άλλοι»!!

«Περισσότερο εξέταζε τον εαυτό σου και όχι τους άλλους,
γιατί στο πρώτο θα είσαι κερδισμένος εσύ, ενώ στο δεύτερο οι άλλοι»!!

<< Μην οργίζεσαι εναντίον του πλησίον σου. Θα μου πεις:
“Μα ο τάδε με αδίκησε, με προσέβαλε, με συκοφάντησε, με έβλαψε χωρίς λόγο...”.
Αλλά πες μου και εσύ:
-Ποιός Αδικήθηκε περισσότερο από τον Ίδιο τον Θεάνθρωπο;
-Ποιός Κακολογήθηκε;
-Ποιός Συκοφαντήθηκε;
-Ποιός Χλευάσθηκε;
1. Ο παραδομένος στην αμαρτία, θεωρεί φυσικά τα αφύσικα πάθη, δηλαδή την ασέλγεια, την πορνεία, την πλεονεξία, το μίσος, τη δολιότητα και τα κάνει με απόλαυση και ηδονή. Ομοίως, και ο αληθινός Χριστιανός χρησιμοποιεί σαν φυσικές ύλες τις αρετές, δηλαδή την αγάπη, την ειρήνη, την υπομονή, την πίστη, την ταπείνωση με μεγάλη απόλαυση και ηδονή, άκοπα και εύκολα. Και δεν μάχεται πλέον εναντίον των παθών της κακίας, γιατί λυτρώθηκε τελείως και δέχθηκε στην καρδιά του το Άγιον Πνεύμα και την ειρήνη και αγαλλίαση του Χριστού μας, με Τον Οποίον έγινε «ένα Πνεύμα»!
2. Όσοι δεν μπορούν να επιδοθούν στο έργο της προσευχής, αυτοί ας αναλαμβάνουν διάφορα διακονήματα με ευλάβεια και χαρά, οπότε το έργο τους θα γίνεται ευπρόσδεκτο από τον Θεόν και δεν θα χάσουν το μισθό τους!
<<Ξέρετε τί θα πει Γέροντας;;
Μόνο ο διάβολος ξέρει (και τρέμει!) τί θα πει Γέροντας.
Ο κατά σάρκα αδελφός, αλλά και υποτακτικός του γέρο-Ιωσήφ, ο πάτερ Αθανάσιος, είχε την καλύβη της «Κοιμήσεως» στην Νέα Σκήτη. Εκεί το γεροντάκι, που ζούσε πριν (εγώ το πρόλαβα, αλλά αυτό το ιστορικό που θα σας πω τώρα, δεν το πρόλαβα, αλλά το άκουσα. Το γεροντάκι όμως το πρόλαβα), είχε έναν υποτακτικό. Ο υποτακτικός αυτός (κρίσις Θεού), ήλθε στο τέλος του. Την προηγουμένη ημέρα, την παραμονή προτού να πεθάνει, πήγαν οι δαίμονες και του λένε: «Είσαι δικός μας, τώρα θα σε πάρουμε στην κόλαση γιατί έτσι κι έτσι...», τα συνηθισμένα των διαβόλων. Ο νέος μοναχός ταράχθηκε...
Μπήκε μέσα ο Γέροντας και του λέει:
«Παιδί μου, γιατί είσαι ταραγμένος;».
<<Το χειμώνα του 1990, μιά πολύ κρύα ημέρα, επισκεφθήκαμε μαζί με τον αδελφό μου, τον Άγιο Πορφύριο. Όταν μπήκαμε στο κελλί, είδαμε τον Άγιο ξαπλωμένο και βαρειά άρρωστο.
Επλησίασα, πήρα την ευλογία του και θέλησα να του μιλήσω γιά τον αδελφό μου, που εκείνη τη στιγμή είχε σταθή παραπίσω. Με πρόλαβε όμως ο Άγιος και πολύ χαμηλόφωνα, χωρίς να μας ακούσει ο αδελφός μου, μου είπε στενοχωρημένος:
«Τί μου τον έφερες αυτόν εδώ;».
Κάποιοι γέροντες, ευρήκαν τον καιρό να φάνε μαζί στην Σκήτη. Ήταν μαζί τους και ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός. Σηκώθηκε λοιπόν κάποιος αδελφός που τύχαινε να είναι ο μεγαλύτερος στην ηλικία, να προσφέρει το σταμνάκι με το νερό, αλλά κανείς δεν δέχθηκε να το πάρει από αυτόν, παρά μόνο ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός. Οι υπόλοιποι τότε απόρησαν και του είπαν:
«Πώς εσύ που είσαι ο μικρότερος, ετόλμησες να υπηρετηθής από τον μεγαλύτερο;»
Και ο αββάς Ιωάννης, τους απαντά:
Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, υπηρέτησε ως εφημέριος στο παρεκκλήσιο της “Πολυκλινικής” στην Ομόνοια.
Ο Άγιος ποτέ δεν είπε στους ασθενείς: «Αφήστε τους γιατρούς και ελάτε σε εμένα να σας γιατρέψω θαυματουργικά». Αντίθετα, στήριζε τόσο τους ασθενείς, όσο και το έργο των ιατρών!
Κάποτε με είδε και μου είπε:
Γέροντα Παΐσιε, σ’ αυτή την κοινωνία που ζούμε, τί πρέπει να κάνουμε, γιά να σωθούμε;
Και ο Γέροντας, ως απάντηση, διηγήθηκε το παρακάτω περιστατικό:
<<Ακούσθε, παιδιά μου: Στην αρχή του αιώνα μας, στο Άγιο Όρος φούντωσε μία τεράστια φωτιά και απείλησε το Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος. Τότε 2000 καλόγεροι και 3000 εργάτες που εδούλευαν εκεί, πήραν ό,τι ευρήκαν μπροστά τους και εβγήκαν να αντιμετωπίσουν τη φωτιά. Όμως δεν μπόρεσαν…
Μετά η φωτιά εξαπλώθηκε μέχρι το Βατοπέδι. Εκατοντάδες μοναχοί και εργάτες που ευρέθηκαν εκεί δε μπόρεσαν, ούτε αυτοί, να την σταματήσουν. Η φωτιά κατέστρεψε τα πάντα...
Στη συνέχεια, η φωτιά προχώρησε και έφθασε στη Φιλοθέου. Εκεί τότε ζούσαν μόνο 15 μοναχοί κι άλλοι τόσοι εργάτες. Έντρομοι πήραν τα φτυάρια και έτρεξαν έξω να αντιμετωπίσουν την πύρινη λαίλαπα που έτρωγε τα πάντα.
Όμως, ένα σεβάσμιο γεροντάκι τους σταμάτησε και τους είπε:
Στην οικογένεια που συχνότατα πήγαινε ο Παππούς (Άγιος Νικόλαος Πλανάς), τον χώρο εντός της αυλής τον είχε νοικιάσει ένας τσαγκάρης κομμουνιστής, εκ των σημαινόντων στελεχών. Το μίσος του προς όλους, και εξαιρετικώς προς τους ιερείς, δεν είχε όρια. Εκεί που εργαζόταν, παραληρούσε μονολογώντας, από πού θα αρχίσει με την παρέα του να σφάζουν τους παππάδες. Και έλεγε:
«Πρώτα–πρώτα, θα σφάξουμε τους παπάδες της Ζωοδόχου Πηγής…».
Όπως σας είπα, αυτός εργαζόταν εντός της αυλής. Ο Παππούς με την καλωσύνη του πήγε κοντά του και του λέει:
«Καλησπέρα, παιδί μου»!
Εκείνος, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του από την δουλειά του, κάτι μουρμούρισε. Το άλλο Σάββατο πήγε πάλι ο Παππούς και του λέει:
«Καλησπέρα, Λουκά μου»!
<< Μιά φορά, όταν ο Γέροντας ευρισκόταν ακόμα στον Άγιο Βασίλειο, εβγήκε έξω και πήγε μέχρι το Κυριακό, στον παπά-Γεράσιμο. Εκεί ήταν κάποιος κοσμικός.
Ο Γέροντας τον επλησίασε και του λέγει:
«Κάποιο λάθος έχετε πάνω σας, το οποίο είναι σοβαρό».
Λέγει ο κοσμικός:
«Τί λάθος έχω;».
«Δεν το γνωρίζω», απαντά ο Γέροντας, «πάντως έχετε ένα λάθος πολύ σοβαρό».
«Και δεν μπορούμε να το βρούμε Γέροντα;».
«Τώρα την ημέρα δεν μπορούμε να το βρούμε. Αν θέλεις, έλα κάτω στο σπίτι την νύκτα».
«Μετά τα μεσάνυχτα θα έλθω, Γέροντα».