ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ
<<Κατά την τρίτην Κυριακήν της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας προβάλλει ενώπιόν μας εις προσκύνησιν τον Τίμιον και Ζωοποιόν Σταυρόν!
Προς ποίον σκοπόν;
Ιδού τι λέγει το «Ωρολόγιον»:
<<Το έτος 1993 αρρώστησα βαρειά. Οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο εις τους λεμφαδένες. Έτσι ξεκινάει η περιπέτειά μου με τα Νοσοκομεία, χειρουργικές επεμβάσεις, χημειοθεραπείες, μία συνεχής φθορά και ταλαιπωρία...
Αφού ετελείωσαν όλα αυτά και δεν υπήρξε καμμία βελτίωσι, οι γιατροί μου συνέστησαν να πάω σπίτι μου, αφού από ιατρικής πλευράς, δεν μπορούσε να γίνη κάτι περισσότερο. Όταν ευρέθηκα εις το σπίτι μου, ήμουν ένα ψυχικό ράκος, γεμάτος απογοήτευσι, γιά τον επερχόμενο θάνατο...
Σ’ αυτή την τραγική κατάστασι που ευρισκόμουν, έστρεψα το βλέμμα μου εις τον Θεόν, ζητώντας την βοήθειά Του! Μου ήλθε μάλιστα ένας λογισμός, να πάω εις το Άγιον Όρος και να συναντήσω τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη. Μέσα μου άναψε μία ελπίδα και συνοδευόμενος από έναν συγγενή μου, μετά κόπων και βασάνων, λόγω της σωματικής και ψυχικής καταστάσεώς μου, εφθάσαμε εις το κελλί του Γέροντα.
Ένας Βασιλιάς, εκάλεσε όλους τους λογίους και τους επιστήμονες της αυλής του, και απαίτησε να του δείξουν τον Θεόν, λέγοντας:
«Σας εκάλεσα εδώ, εσάς τους επιστήμονες του Βασιλείου μου, γιά να μου δείξετε τον Θεόν. Θέλω να ιδώ τον Θεόν! Εάν δεν μου Τόν δείξετε θα σας θανατώσω».
«Μά, Βασιλιά μου, πώς θα σου δείξουμε τον Θεόν;», του απάντησαν οι επιστήμονες.
«Εσείς γνωρίζετε πολλά πράγματα, έχετε πολλά βιβλία, σίγουρα θα ανακαλύψετε τον τρόπο, να μου δείξετε τον Θεόν. Σας δίνω λοιπόν διορία δέκα ημερών...», τους είπε ο Βασιλιάς και τους έδιωξε.
<<Έζησε απλά και πτωχικά ως γνήσιος μαθητής του Ακτήμονος Ιησού!
Ήταν τόσο αφιλοχρήματος, ώστε ως Ιερέας ουδέποτε πήρε ούτε και τον ελάχιστο ιερατικό μισθό!
Με συγκίνηση θυμάμαι τα λόγια που μου είπε κάποτε:
«Από το πετραχήλι αυτό παιδί μου, χάριτι Θεού, δεν έχω βγάλει ούτε μία δραχμή!
Κάποτε, ο Όσιος Θεοδόσιος του Κιέβου (1029-1074) ενώ προσευχόταν, δέχθηκε την επίσκεψη του Οικονόμου της Μονής, του μοναχού Αναστάσιου, ο οποίος του ανέφερε, πως δεν υπήρχαν αλλά χρήματα στο ταμείο της Μονής, οπότε έπρεπε να αναβάλλουν την αυριανή επίσκεψη τους στην αγορά, γιά την προμήθεια των απαραιτήτων τροφίμων.
«Όπως βλέπεις αδελφέ, αρχίζει να βραδιάζει. Μέχρι το ξημέρωμα έχουμε καιρό. Πήγαινε λοιπόν να προσευχηθής και ο Θεός θα μεριμνήσει γιά εμάς», του είπε ο Όσιος.
Όταν ο Οικονόμος έφυγε, ο Όσιος συνέχισε τον κανόνα του. Αλλά νά, σε λίγο, ο Οικονόμος έρχεται πάλι και άρχισε να τον ενοχλεί γιά το ίδιο ζήτημα.
«Δεν σου είπα», τον διέκοψε ο Όσιος, «να κάνεις προσευχή; Ησύχασε! Το πρωΐ πηγαίνεις στην Πόλη και αγοράζεις με πίστωση ό,τι έχουμε ανάγκη. Και αργότερα, όταν ο Θεός μας στείλει χρήματα, εξοφλούμε το χρέος μας.
Είναι αξιόπιστος Εκείνος που λέγει:“Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον· ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς” (Ματθ.ΣΤ΄34΄)!!!.
Αδελφέ, ο Κύριος δεν θα μας στερήσει την ευλογία Του»!
Ο Οικονόμος αποσύρθηκε, χωρίς να έχει την απαραίτητη συναίσθηση, περί αυτών που του έλεγε ο Όσιος.
Ερώτησε κάποιος τον γ. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο:
«Γέροντα, τί ακριβώς εννοεί ο Απόστολος Παύλος όταν λέγη:
“Πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες...” (Β΄Κορινθ. Θ΄8΄)!!!»
<<Μία ημέρα ήλθε στο Καλύβι, ένας που αγκομαχούσε από την πεζοπορία. Κατάλαβα ότι, κάπνιζε πολύ και του είπα:
«Βρε ευλογημένε, γιατί καπνίζεις τόσο; Θα πάθης κακό…».
Μόλις ξελαχάνιασε και μπόρεσε να μιλήση, μου είπε:
«Η γυναίκα μου είναι πολύ άρρωστη και κινδυνεύει να πεθάνη. Σε παρακαλώ, κάνε μία προσευχή να γίνη κανένα θαύμα. Οι γιατροί σήκωσαν τα χέρια…».
«Την αγαπάς την γυναίκα σου;», τον ερωτώ.
<<Ήλθε κάποτε από την Γερμανία στο Καλύβι ένας πατέρας, που το κοριτσάκι του είχε αρχίσει να παραλύη. Οι γιατροί το είχαν ξεγράψει. Ήταν ο καϋμένος τελείως απελπισμένος…
Τότε του είπα:
«Κάνε κι εσύ μία θυσία, γιά την υγεία του παιδιού σου.
Να κάνης μετάνοιες, δεν μπορείς…
Να προσευχηθής, δεν μπορείς…
Εντάξει.
Πόσα τσιγάρα καπνίζεις την ημέρα;».
<<Μετανοώ, γιά όλες τις ανθρώπινες αμαρτίες, μετανοώ ενώπιόν Σου, Παντελεήμονα! Νά, το σπέρμα όλων των αμαρτιών ευρίσκεται στο αίμα μου. Με την προσπάθειά μου και το Έλεός Σου συμπνίγω τον κακό αυτό σπόρο μέρα και νύκτα. Γιά να μη βλαστάνουν τα ζιζάνια, αλλά το καθαρό σιτάρι στον αγρόν του Κυρίου!!
Μετανοώ, γιά όλους τους μεριμνώντας, που σκοντάφτουν κάτω από το βάρος των φροντίδων και δεν ξέρουν να αποθέσουν τις μέριμνές τους επάνω σε Εσένα! Γιά τον αδύνατο άνθρωπο αβάστακτη είναι και η πιό μικρή έγνοια, ενώ γιά Εσένα και ένα βουνό μεριμνών είναι σαν μιά μπάλα χιονιού πεταμένη στην κάμινο του πυρός!!
Μετανοώ, γιά όλους τους πνευματικά ασθενούντας, διότι η αρρώστια της ψυχής είναι καρπός της αμαρτίας. Όταν με την μετάνοια καθαρισθή η ψυχή, τότε η αρρώστια εξαφανίζεται μαζί με την αμαρτία και εισέρχεται εις την ψυχή, η Αιώνια Υγεία, δηλαδή, Εσύ!!
Μετανοώ, γιά τους απίστους, που με την απιστία τους συσσωρεύουν τις ανήσυχες φροντίδες και τις ασθένειες τους, επάνω τους και επάνω εις τους φίλους τους...
<<Όταν έλεγες, εις τον π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ότι είσαι άρρωστος και ότι συνέστησε ο ιατρός να μη νηστεύης, σου ελάφρυνε τη νηστεία μέχρι και πλήρους καταλύσεως, χωρίς να εξετάζη σχολαστικά το ζήτημα. Εις το σημείο αυτό φαίνεται ότι, κάποιοι τον είχαν μεμφθή, πως ήταν πολύ ελαστικός εις την εφαρμογή της Οικονομίας.
Συγκεκριμένα κάποιος, του είχε πει κάποτε:
«Τότε μόνο πρέπει, σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, να δίνη άδεια ο Πνευματικός σε κάποιον να καταλύση γιά λόγους υγείας, όταν η κατάστασί του είναι τέτοια, ώστε, όντας κατάκοιτος και έχοντας πιάσει φωτιά και από τις τέσσερις γωνίες το σπίτι του, να μην έχη την δύναμι να σηκωθή να φύγη. Τόσο άρρωστος πρέπει να είναι…».
Ο γ.Επιφάνιος, τότε, του απήντησε:
«Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγῶνα». (Κατανυκτικόν ιδιόμελον τροπάριον που ψάλλεται την Κυριακήν της Τυρινής εις την Ακολουθίαν του Όρθρου).
Κατά την Κυριακήν της Τυρινής η Εκκλησία φέρει ενώπιόν μας την εκ του Παραδείσου εξορίαν, λόγω της παρακοής του πρωτοπλάστου Αδάμ. Διά ποίον λόγον πράττει τούτο;
Ιδού τί αναφέρει το «Ωρολόγιον»:
<<Η Δευτέρα Παρουσία θα έλθη κάποτε ως Καθολική!
Αλλά και η προσωπική μας έρχεται ανά πάσα στιγμή!
Ας προσπαθούμε να είμασθε έτοιμοι, ώστε, όταν μας καλέση ο Κύριος, να ακούσωμε την Μακαρία εκείνη Φωνή:
«Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ… εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» (Ματθ. ΚΕ΄21΄)!!!
Και να μην ακούσωμε την Φοβερή εκείνη Φωνή:
«Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Ματθ. ΚΕ΄41΄)!!!
Τί πρέπει να κάνωμε λοιπόν;
Μιά φορά το λιοντάρι το είχε ρίξει στον ύπνο, όταν ξαφνικά ο ποντικός πέρασε τρεχάτος πάνω από το σώμα του. Αμέσως το ζώο πετάχθηκε πάνω, άρπαξε τον εισβολέα και ήταν έτοιμο να τον κάνει μιά χαψιά.
Ο ποντικός, βάλθηκε βέβαια να εκλιπαρεί το θεριό: «Άφησέ με, άφησέ με να χαρείς!» και δήλωνε κιόλας ότι, θα του χρωστάει χάρι εάν του χαρίσει τη ζωή. Τότε το λιοντάρι έβαλε τα γέλια και άφησε τον ποντικό να φύγει.
Ένας αρχάριος μοναχός, επήγε σε κάποιον Γέροντα, να τον συμβουλευθή.
Συνωμίλησαν πολύ ώρα γιά πολλά πράγματα, γύρω από την ζωή του.
Ωφελημένος ο νέος μοναχός και με ψυχική ικανοποίησι, σηκώθηκε να φύγη.