<<Καθώς άρχισε να νυχτώνει,
ένας σεΐχης σταμάτησε το ταξίδι του με την καμήλα και έστησε τη σκηνή του για
να προφυλαχθή από το νυχτερινό κρύο της ερήμου. Ήταν ακόμη η εποχή που τα ζώα
μιλούσαν κι έτσι η καμήλα έσπρωξε με το
κεφάλι της το πανί που χρησίμευε σαν πόρτα και είπε στον σεΐχη:
«Αφεντικό, κάνει πολύ κρύο εδώ
έξω. Μήπως θα μπορούσα να χώσω λίγο τη μουσούδα μου στη σκηνή, για να μην
ξεπαγιάση;»
«Με την άνεσί σου» της είπε ο
καμηλιέρης, που είχε αρχίσει να τον παίρνη γλυκά-γλυκά ο ύπνος.
Έτσι η καμήλα έχωσε τη μούρη της
μέσα στη σκηνή.
Σε λίγο ξαναείπε στο αφεντικό
της:
«Συγγνώμη που σε ενοχλώ πάλι,
αλλά μήπως θα μπορούσα να βάλω και τον λαιμό μου μέσα στη σκηνή μη με πιάση κανένας πονόλαιμος μ’ αυτό το παληοκρύο;»
«Κανένα πρόβλημα», είπε ο σεΐχης.
Έτσι η καμήλα έβαλε στο αντίσκηνο
και τον λαιμό της και άρχισε να περιεργάζεται τα λίγα πράγματα που είχε
αραδιάσει ο σεΐχης.
Σε λίγο η καμήλα ξανασκούντησε το
σεΐχη και του λέει: