«Ο Θεός να βάλη το Χέρι Του,
διότι όλος ο κόσμος εξαρτάται από τρία-τέσσερα άτομα...
Κρέμεται η τύχη του Κόσμου στα χέρια μερικών “παλαβών”...
«Ο Θεός να βάλη το Χέρι Του,
διότι όλος ο κόσμος εξαρτάται από τρία-τέσσερα άτομα...
Κρέμεται η τύχη του Κόσμου στα χέρια μερικών “παλαβών”...
<<Γιατί ψάλλουμε κατά τη διάρκεια της Ακολουθίας του γάμου, το: «Ησαϊα χόρευε»; Καλούμε έτσι τον Προφήτη Ησαΐα να «χορέψη», διότι η προφητεία του επαληθεύθηκε!! Ο προφητικός Λόγος, που ελάλησεν ο Προφήτης Ησαΐας μπροστά εις τον Βασιλέα Άχαζ και τον Λαό έχει ως εξής:
«Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ» (Ησαΐας Z΄14΄)!!!
Εμμανουήλ σημαίνει, «ο Θεός μαζί μας»!
<<Τρείς αδελφοί, συνεφώνησαν να θερίσουν εξήντα στρέμματα χωράφι. Την πρώτη ημέρα, όμως, που έπιασαν δουλειά αρρώστησε ο ένας από τους τρείς και αναγκάσθηκε να γυρίση πίσω εις την Σκήτη.
Οι άλλοι δύο που έμειναν, είπαν μεταξύ τους:
«Δεν κάνομε μιά μικρή προσπάθεια να θερίσωμε και εκείνο που αναλογεί εις τον αδελφό μας; Με την ευχή του θα το κατορθώσωμε».
Το είπαν και το έκαναν!
Όταν ετέλειωσε ο θερισμός, εκάλεσαν τον αδελφό να πάρη τον μισθό του.
«Ποιό μισθό; Αφού δεν κατάφερα να θερίσω το κομμάτι μου…», έλεγε εκείνος.
«Με την ευχή σου αδελφέ, έγινε όπως πρέπει η εργασία! Έλα λοιπόν να πληρωθής», του απαντούσαν οι αδελφοί.
Επειδή εκείνος δεν εδέχετο, να πάρη μισθό και οι άλλοι επέμεναν να του τον δώσουν, διά να μη φιλονικούν, επήγαν σ’ ένα γείτονά τους Γέροντα να τους λύση την διαφορά.
<<Ο Γέροντας π.Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, επέλεξεν εκουσίως και ενθέρμως το ευλογημένον περιθώριον ως και το «λάθε βιώσας»!! Δεν απεδέχθη προσφερομένην Καθηγητικήν έδραν εις το Πανεπιστήμιον και μετά θαυμαστής ταπεινώσεως και διακρίσεως απέφυγεν επιμελώς την ανύψωσίν του εις Μητροπολίτην της Εκκλησίας μας.
Κατά την αυτήν περίοδον, ότε δηλαδή υπηρέτησεν εν τη Εκπαιδεύσει (ο π.Ιωήλ), μετετέθη έκ τινος Γυμνασίου εις έτερον. Ολίγας ημέρας μετά την άφιξιν αυτού εις το νέον Γυμνάσιον, νεαρός Καθηγητής αποφασίζει να πειράξη τον «παπά».
Λέγει εις τους άλλους συναδέλφους:
«Τώρα που θα μπη ο παπάς (εις την αίθουσαν των Καθηγητών), θα σιγοτραγουδήσω ένα ελαφρό τραγουδάκι. Να δούμε τί θα κάνη…;».
Ο π. Ιωήλ εισέρχεται, ακούει, αλλά δεν διαμαρτύρεται. Σιωπά. Αφού ετελείωσεν ο νεαρός, αρχίζει αυτός να ψάλλη:
Σε μία φυλή Ινδιάνων, κάποιος έκανε μικροκλοπές…
Ο σοφός και δίκαιος αρχηγός της φυλής διέταξε, όταν συλληφθή ο παραβάτης, να τον κτυπήσουν με δέκα μαστιγώσεις.
Οι κλοπές συνεχίσθηκαν και ο αρχηγός ανέβασε τις μαστιγώσεις στις είκοσι…
Παρ’ όλες τι προειδοποιήσεις, ο δράστης δεν σταματούσε αλλά συνέχιζε μεθοδικά και σταθερά. Γεμάτος ερωτηματικά, ο αρχηγός, ανέβασε την ποινή σε εκατό μαστιγώσεις. Μία σίγουρη ποινή θανάτου...
Ο κλέπτης τελικά πιάσθηκε.
Αλλά ο αρχηγός βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα τρομερό δίλημμα.
Ο πατήρ Σιλουανός διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία γιά τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη:
«Το 1977, υπήρξε μεγάλη ξηρασία σ’ όλη την Ελλάδα, αλλά ιδιαίτερα στην Θεσσαλία. Οι χωρικοί ήσαν σε πλήρη απελπισία. Δεν είχε βρέξει γιά περίπου εκατό ημέρες, και η καταστροφή ήταν αναπόφευκτη…
Πήγα στον πατέρα Παΐσιο γιά να του ανοίξω τις σκέψεις μου και να λάβω όφελος. Δεν είχα κάν σκεφθή την πιθανή καταστροφή στην ύπαιθρο από την ξηρασία. Είχα ακούσει κάτι γι’ αυτό, αλλά δεν έδωσα προσοχή. Ο πατέρας Παΐσιος φαινόταν ανήσυχος εξωτερικά, αλλά εντελώς ήρεμος μέσα του. Από συμπόνοια γιά τους άτυχους αγρότες, στο τέλος της συζητήσεώς μας είπε:
«Ο άνθρωπος που υβρίζει, τον εαυτόν του υβρίζει…
Αυτός που συκοφαντεί τον πλησίον του, τον εαυτόν του συκοφαντεί…
Συγχρόνως φανερώνει, μ’ αυτόν τον τρόπο, την ρυπαρότητα και την ακαθαρσία της ψυχής του...
Αυτός που υβρίζει, μιαίνει τον εαυτόν του και όχι εκείνον που υβρίζει...
Μας κάνουν ακαθάρτους, όλα εκείνα που εξέρχονται από μέσα μας...
Είς εκ των πατέρων της ερήμου, εδιηγήθη την εξής ωφέλιμον ιστορίαν:
«Κάποτε εις την Θεσσαλονίκην υπήρχεν ένα ασκητήριον παρθένων.
Μία Μοναχή, λοιπόν, από ενέργεια του πειρασμού έφυγεν από το Μοναστήρι και περιέπεσεν εις την πορνείαν. Εις αυτήν την βδελυράν αμαρτίαν της πορνείας παρέμεινεν αρκετόν χρόνον. Μετά ταύτα, διά της συνεργείας του Φιλανθρώπου Θεού, μετενόησε και επέστρεψεν εις το Μοναστήρι της.
Πριν όμως προλάβη να εισέλθη, απέθανε πρό του πυλώνος!
Εν τω μεταξύ απεκαλύφθη εις ένα άγιον άνθρωπον ο θάνατός της.
Κατά την αποκαλυπτικήν αυτήν οπτασίαν, μεταξύ άλλων, είδε τους Αγίους Αγγέλους, που ήλθον να παραλάβουν την ψυχήν της, και τους δαίμονας οπίσω αυτής.
Και οι μεν Άγιοι Αγγελοι έλεγον:
<<Ο Ανδρέας Μεγαλογένης, ο πατέρας τής μετέπειτα ηγουμένης Αγάθης της Ιεράς Μονής Κορωνάτου, από το Νεοχώριον Πάλλης, στην νεανική του ηλικία ήτο ατίθασος και νευρικός. Ήρχετο σε προστιβές με τους γονείς του, που τον συμβούλευαν. Μία μέρα, η μητέρα του τού έκανε μία παρατήρησι. Ο νέος ωργίσθη, ωμίλησε άπρεπα στην μητέρα του και από τον θυμό του παρασυρθείς, άπλωσε το χέρι του και την έδειρε άσχημα. Η μητέρα του πόνεσε, και κλαίοντας του είπε:
«Την κατάρα μου να έχης».
Ο Ανδρέας, μετά το γεγονός, ντύνεται και με το άλογό του ξεκίνησε γιά την χώρα. Ενώ πλησίαζε στο Ληξούρι, συναντά τον παπά-Μπασιά και κατά την συνήθειαν κατέβηκε από το άλογό του και έσκυψε να προσκυνήση τον ιερέα λέγοντας Του:
«Προσκυνώ άγιε Δέσποτα»!
Και ο Άγιος Παναγής δεν εδέχθη το προσκύνημα του Ανδρέα, αλλά με έντονο τόνο του λέει:
<<Μετά τον πόλεμο ήταν πολύ δύσκολα και οι άνθρωποι αγωνίζονταν, γιά να ζήσουν. Ο Άγιος Πορφύριος υπηρετούσε στην Πολυκλινική.
Η Έφη ήταν ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι, που έμενε το καλοκαίρι με τους γονείς της και τον αδελφό της στο Μπογιάτι. Είχαν περιβόλι με κηπευτικά και τα πουλούσαν. Ένα βράδυ η μητέρα της Έφης την έστειλε σ’ ένα μαγαζάκι εκεί κοντά, να αγοράση πετρέλαιο γιά την λάμπα. Σημειώστε ότι, δεν είχαν τότε ρεύμα. Επιστρέφοντας προς το σπίτι η Έφη συναντάει στο δρόμο ένα αγόρι, συμμαθητή της. Μιλούσαν γιά τα μαθήματα. Το σημείο, όμως, που είχαν σταματήσει, ευρισκόταν πίσω από ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Τη στιγμή εκείνη πέρασε ο αδελφός της Έφης και τους είδε να κουβεντιάζουν. Το παρεξήγησε και πίστεψε ότι, κουβεντιάζουν πονηρά, και το είπε μάλιστα στην μητέρα τους.
«Η Έφη μας ντροπιάζει», είπε, «κουβέντιαζε στο δρόμο μ’ ένα αγόρι».
Όταν έφθασε στο σπίτι η Έφη, η μητέρα της την μάλωσε πολύ και την έδειρε. Η Έφη πικράθηκε πολύ. Επαναστάτησε γιά την αδικία και την καχυποψία του αδελφού της. Την άλλη μέρα γύρισε στο σπίτι ο πατέρας, αλλά εκείνος της φέρθηκε διαφορετικά, δηλαδή με κατανόησι και καλό τρόπο.
«Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά», της λέει. «Έλα, πάμε να ποτίσουμε το περιβόλι. Εσύ θα κάθεσαι και όπου βλέπεις πως ποτίζεται μιά βραγιά, θα μου λες να γυρίζω το νερό σε άλλη βραγιά».
Έτσι και έγινε.
Η Έφη, όμως, δεν είχε κοιμηθή καθόλου την προηγούμενη νύκτα. Η στενοχώρια και η αδικία την έπνιγαν. Απελπίσθηκε και αποφάσισε να θέση τέρμα στη ζωή της... Την ώρα, λοιπόν, που ξεκινούσαν με τον πατέρα της γιά το περιβόλι, έκανε ένα σχέδιο. Να πάρη ένα γεωργικό φάρμακο και να το πιή...
Σκεπτόταν:
«Να δω τότε, θα με αγαπούν;».
Πήρε λοιπόν το φάρμακο, το έβαλε στην τσέπη της και περίμενε να βραδιάση, γιά να το πάρη. Δεν άργησε να έλθη η δύσκολη ώρα. Ο πατέρας αμέριμνος της λέει:
«Το καλό είναι καλό, μόνο όταν αυτός που το κάνει, θυσιάζει κάτι από τον εαυτόν του, π.χ. ύπνο, ανάπαυσι κ.λπ..
Γι’ αυτό είπε ο Κύριος:
«Ἐκ τοῦ ὑστερήματος...» (Λουκ.ΚΑ΄4΄)!!!
Όταν είμαι ξεκούραστος και κάνω το καλό, αυτό δεν έχει αξία...
Οτε ήτο Καθηγητής Γυμνασίου (ο π.Ιωήλ) παρεκλήθη παρά τινος μαθητρίας μεγάλης τάξεως, αποτυχούσης εις τας γραπτάς εξετάσεις, να δώση βαθμόν, ώστε αύτη να μη απολέση το έτος.
(Και ο π.Ιωήλ της είπεν):
«Εάν σου λείπη μία μονάς διά την βάσιν, θα σου την δώσω.
Περισσότερον όμως όχι».
Η μαθήτρια, αρχίζει να κλαίη.
Εκκλησιασμός εις τον Ορθόδοξο Ιερό Ναό της Αναστάσεως
στην Σιγκαπούρη!!!
Ευχαριστούμε διά τα videos, τον αγαπητόν μας φίλο Κωνσταντίνο Τζ.
Αι βιντεοσκοπήσεις πραγματοποιήθησαν την Κυριακή 18 Μαΐου του 2025.
<<…Ο Σουλτάνος Μωάμεθ, είχε υποσχεθή στους στρατιώτες του τις τρεις ημέρες της λαφυραγωγίας, στις οποίες είχαν δικαίωμα.
Εκείνοι (τότε) ξεχύθηκαν μέσα στην Κωνσταντινούπολι…
Έσφαζαν όποιον συναντούσαν στους δρόμους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά αδιάκριτα. Το αίμα έτρεχε σε ποτάμια στους κατηφορικούς δρόμους, από τα υψώματα της Πέτρας προς τον Κεράτιο. Αλλά σύντομα η δίψα γιά αίμα κατευνάσθηκε. Οι στρατιώτες αντιλήφθηκαν ότι, οι αιχμάλωτοι και τα πολύτιμα αντικείμενα θα τους προσπόριζαν μεγαλύτερο κέρδος…
Άλλοι κατευθύνθηκαν στις Εκκλησίες… γιά να τις απογυμνώσουν…
Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση, και αργότερα, ως σύζυγος του Μανουήλ Β' Παλαιολόγου, «Ελένη η εν Χριστώ τω Θεώ Αυγούστα και Αυτοκρατόρισσα των Ρωμαίων η Παλαιολογίνα», ήταν θυγατέρα του Κωνσταντίνου Δραγάση, ενός από τους πολλούς ηγεμόνες-κληρονόμους του μεγάλου Σέρβου Βασιλέα Στεφάνου Δουσάν.
Καταγόταν από Βασιλική και ευλογημένη γενιά. Γαλουχήθηκε με την πατροπαράδοτη στην οικογένειά της, ακράδαντη Ορθόδοξη πίστι εις τον Θεόν! Αυτή η πίστι είναι που θα την οδηγή θα την φωτίζη, και θα την εμπνέη στην πολυτάραχη γεμάτη θλίψεις και δοκιμασίες ζωή Της.
Υπολογίζεται ότι ήταν 19 χρονών όταν παντρεύθηκε τον Μανουήλ Β' Παλαιολόγο (1390), λίγους μήνες πριν γίνη Αυτοκράτορας.
Η Ελένη - Αγία Υπομονή, απεδείχθη εξαιρετικός άνθρωπος που συγκέντρωνε πολλές και μεγάλες αρετές, και ψυχική δύναμι. Έδειξε ότι είχε απόλυτη συναίσθησι τόσο της θέσεώς Της και των περιστάσεων, όσο και του ρόλου που αυτές της υπαγόρευαν, σε όλα τα επίπεδα. Αγαπούσε τον Λαό! Ήταν η μεγάλη μάνα που ο καθένας μπορούσε να προστρέξη!
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος έχει κάνει πάρα πολλά θαύματα ειδικά σε παιδιά!
«Το παιδάκι γεννήθηκε με μία τρομερή αναπηρία. Τα πόδια του ήταν γυρισμένα και κολλημένα στις πλάτες του... Οι ωμοπλάτες του παιδιού και τα πόδια ήταν ένα... Η επιστήμη με αλλεπάλληλες επεμβάσεις αποκόλλησε τα πόδια, τα έφερε στην ευθεία. Έγιναν και νέα χειρουργεία αλλά οι γιατροί, κατέληξαν ότι το παιδάκι δε θα περπατήση ποτέ. Παρέμενε παράλυτο από την μέση και κάτω και ήταν αδύνατον όχι μόνο να περπατήση άλλα και να σταθή όρθιο...
Οι γονείς, μετά από χρόνια στα Νοσοκομεία, επήραν το παιδί και επέστρεψαν στο σπίτι τους στην Ιστιαία. Άφησαν το παράλυτο παιδάκι στο κρεββάτι και ο πατέρας του πήγε και στάθηκε μπροστά του, το κοίταξε και άρχισε να κλαίη… Στην συνέχεια απευθύνθηκε στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσσο, λέγοντάς Του: