Μέγιστον και Υπερφυές το Μυστήριον!!!
Ο Ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, εκουσίως πάσχει και αποθνήσκει εν τω Σταυρώ, ως Άνθρωπος,
<<Εάν δεν υπήρχε Ανάστασι και το τέλος της ζωής μας ήταν ο θάνατος, τότε:
-Διέγραψε κατηγορίες και ψεγάδια…
-Δώσε απεριόριστη εξουσία εις τον φονιά…
-Άφησε τον μοιχό να επιβουλεύεται φανερά τους γάμους…
-Ας διασκεδάζη ο πλεονέκτης με τα ξένα…
-Ας μην διακόπτη κανένας τον υβριστή…
-Ας καταπατή συνεχώς τον όρκο του ο επίορκος, διότι και τον πιστό στον όρκο του τον περιμένει θάνατος…
-Ας λέτε όσα ψέμματα θέλετε, διότι δεν υπάρχει κανένα κέρδος από την αλήθεια…
-Κανένας να μην ελεή τον πτωχό, διότι η ευσπλαγχνία δεν έχει αμοιβή…
<<Στην Εκκλησία, εννοώ στον Άγιο Γεράσιμο, πολύ συγκινιόμουνα!
Άκουγα το Ευαγγέλιο και συγκινιόμουνα!
Το πάθαινα αυτό, επειδή (νοερώς) έβλεπα ως εικόνα, τον Χριστό τον Ίδιο!!!
Μία Μεγάλη Παρασκευή, εκάναμε την Ακολουθία. Η Εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Τί έπαθα εκεί;! Εδιάβαζα το Ευαγγέλιο κι όταν έφθασα στη φράσι «Ηλί, Ηλί, λιμά σαβαχθανί· τούτ’ έστι Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τί με εγκατέλιπες;» δεν μπόρεσα να την τελειώσω. Δεν είπα το, «ίνα τί με εγκατέλιπες;».
<<Κάθε Μεγάλη Εβδομάδα, γιά να συμμετέχη περισσότερο εις τα Πάθη του Κυρίου, ο Άγιος γέροντας Παΐσιος, εδιάβαζε τα Ευαγγέλια των Παθών. Από την σύλληψι τού Κυρίου ως τήν Αποκαθήλωσι, δηλαδή από την νύκτα τής Μεγάλης Πέμπτης ως τήν Μεγάλη Παρασκευή εσπέρας, ούτε καθόταν, ούτε κοιμόταν, ούτε έτρωγε!!!
Μάλιστα, έλεγε ότι, αξίζει περισσότερο να βιάσωμε τον εαυτό μας σε ασιτία αυτό το διήμερο (Μ. Παρασκευής και Μ. Σαββάτου), παρά το τριήμερο (της Καθαράς Εβδομάδος)! Έπινε μόνο λίγο ξύδι, γιά να θυμηθή το Δεσποτικόν όξος!
«Ενθυμούμαι, τον πρώτο καιρό που εγνώρισα την ευχούλα, ήθελα τρόπον τινά, μία εικόνα γιά βοηθό.
Έβαζα λοιπόν με τον λογισμό, ότι ήμουν κάτω στη θάλασσα και ο Χριστός ήταν μέσα σε ένα καραβάκι με τους φίλους του και έφευγαν και εμένα με άφηναν μόνο μου στην ακτή… Με έπιανε τότε το παράπονο και εφώναζα και επαρακαλούσα να γυρίσουν να με πάρουν και εμένα.
Τί εφώναζα;
Κάποιος αδελφός που απαρνήθηκε τον κόσμο, εμοίρασε τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς, εκράτησε όμως λίγα γιά τον εαυτό του και έτσι επήγε εις τον αββά Αντώνιο.
Όταν το έμαθε αυτό ο Αββάς, λέγει εις τον αδελφό:
«Εάν θέλης να γίνης μοναχός, πήγαινε στο τάδε χωριό, αγόρασε κρέας, τύλιξέ το στο γυμνό σώμα σου και έλα κατόπιν εδώ».
«Όσο πιό καλά λες την Ευχή, όταν δουλεύης, τόσο πιό καλή ποιότητα υπάρχει!
Και όσο πιό καθαρά και γρήγορα τρέχει η Ευχή, τόσο πιό γρήγορη αλλά και καθαρή απόδοσι έχεις!
Θέλεις να σου πω και το αντίθετο;
Εδοκίμασα από φιλότιμο να δείξω σε μερικούς άλλους μοναχούς, που εζήτησαν να μάθουν το εργόχειρο με τα σφραγίδια, γιά να βγάζουν το ψωμάκι τους. Όσο εδούλευαν λοιπόν, και έλεγαν με το στόμα το: “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!”, η δουλειά επήγαινε καλά! Καμμιά φορά όμως τους έπιαναν κάτι λογισμοί… Σταματούσε η Ευχή και μέσα τους εδούλευαν διάφοροι (κακοί) λογισμοί, τότε... Να έβλεπες και να τρέμης... Όχι μόνο ξεπατώνονταν γράμματα από το σφραγίδι, αλλά και μάτωναν χέρια και πόδια από τα κοφτερά μαχαιράκια του εργοχείρου…
Κάποιο πνευματικό παιδί τού π. Επιφάνιου Θεοδωροπούλου είπε εις τον γέροντα ότι πολλοί λένε:
«Δεν νηστεύουμε όταν ευρισκώμεθα σε μία συγκέντρωσι, γιά να μη στενοχωρήσωμε και να μη σκανδαλίσωμε κάποιους με την στάσι μας. Θα μας σχολιάσουν…
Ο Ίδιος ο Χριστός δεν είπε, να μη δείχνουμε ότι, νηστεύουμε όπως οι υποκριτές Φαρισαίοι;;;».
Τότε ο Γέροντας απάντησε τα εξής:
«Και ποιός μισεί τόσο πολύ την αμαρτία όσο οι Άγιοι;
Και όμως, δεν μισούν εκείνον που αμαρτάνει, ούτε τον κατακρίνουν, ούτε τον αποστρέφονται, αλλά υποφέρουν μαζί του, τον συμβουλεύουν, τον παρηγορούν, τον γιατρεύουν σαν άρρωστο μέλος του σώματός τους!
Οι Άγιοι, κάνουν τα πάντα γιά να τον σώσουν!
Όπως ακριβώς κάνουν οι ψαράδες, όταν ρίχνουν το αγκίστρι στην θάλασσα και πιάνουν μεγάλο ψάρι και καταλαβαίνουν ότι κτυπιέται δυνατά και κουνιέται πέρα-δώθε. Μάλιστα, δεν το τραβάνε αμέσως και απότομα, διότι κόβεται η πετονιά και χάνεται τελείως το ψάρι... Αλλά, με εξυπνάδα χαλαρώνουν την πετονιά και το αφήνουν να πάη όπου θέλει. Και όταν καταλάβουν ότι, εξαντλήθηκαν οι δυνάμεις του και ησύχασε η ορμή του, τότε αρχίζουν πάλι σιγά-σιγά να το τραβούν!
<<Ένα πρωί στο Καλύβι, κτύπησε κάποιος το σιδεράκι στην πόρτα. Κοίταξα από το παράθυρο να δω ποιός είναι, διότι δεν ήταν ακόμη η ώρα να ανοίξω. Είδα έναν νέο με φωτεινό πρόσωπο και κατάλαβα ότι είχε βιώματα πνευματικά, αφού τον πρόδιδε η Χάρις του Θεού.
Γι’ αυτό, αν και ήμουν απασχολημένος, διέκοψα αυτό που έκανα, άνοιξα την πόρτα, τον πήρα μέσα, του πρόσφερα ένα νερό και με τρόπο άρχισα να τον ερωτάω γιά την ζωή του.
«Τί δουλειά κάνεις, παλληκάρι;», τον ερώτησα.
«Τί δουλειά, πάτερ;» μου λέει. «Εγώ στην φυλακή μεγάλωσα. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου εκεί τα πέρασα. Τώρα είμαι 26 χρονών».
«Καλά, βρε παλληκάρι, τί έκανες, και σε έκλεισαν στην φυλακή;», τον ερώτησα.
Και εκείνος μου άνοιξε την καρδιά του:
Κάποτε, ένας χωρικός άκουσε στην Εκκλησία ότι, αν δώσης ελεημοσύνη, θα λάβης εκατονταπλάσια από τον Θεόν. Είπε λοιπόν στην γυναίκα του να δώσουν ως ελεημοσύνη το μοναδικό βόδι που είχαν και ο Κύριος θα τους επέστρεφε εκατό βόδια γιά την καλή τους πράξι. Δεν εδίστασε δε καθόλου να δώση το βόδι του, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Κυρίου. Έδωσε λοιπόν το βόδι και περίμενε την ανταπόδοσι από τον Θεόν.
Περνούσε ο καιρός και τα εκατό βόδια δεν ερχόντουσαν…
Ένα πρωΐ, λοιπόν, αποφάσισε να ανέβη στο γειτονικό βουνό γιά να συναντήση τον Θεόν και να τον ερωτήση πότε θα του έδινε τα εκατό βόδια.
Ανεβαίνοντας στο βουνό, συνάντησε έναν ασκητή.
«Πού πηγαίνεις;» τον ερώτησε ο ασκητής.
Απόσπασμα, από εμπνευσμένον διδακτικόν και παρηγορητικόν λόγον, απευθυνόμενον προς τους διατιθεμένους εν ταπεινώσει, υπομονή και αδιακόπως να αγωνίζωνται εις το πνευματικόν στάδιον των Αρετών! Ομιλεί ο αείμνηστος, σεπτός και κατά Θεόν σοφός γέρων, π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, εις το Ναΰδριον «των Τριών Ιεραρχών» (Μενάνδρου 4, εν Αθήναις)!!!
<<Κατά την ημέραν αυτήν τιμώμεν την μνήμην της Οσίας Μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας, η οποία εορτάζεται και κατά την 1ην Απριλίου!
«Ετάχθη δε αύτη και σήμερον, εγγίζοντος ήδη του τέλους της Αγίας Τεσσαρακοστής, προς διέγερσιν τών ραθύμων και αμαρτωλών εις μετάνοιαν, εχόντων υπόδειγμα την εορταζομένην Αγίαν», ως γράφει το Ωρολόγιον.
Από το εν λόγω βιβλίον αντιγράφομεν τα εξής περί της Αγίας αυτής γυναικός:
Κάποτε επωλείτο ένας ελαιώνας, εις την τιμή των 100.000 δραχμών, και επρόκειτο να τον αγοράση ένας Έλληνας εξ Αμερικής. Ο «Αμερικάνος», μάλιστα, είχε δώσει την εξής εντολή εις τον μεσίτη, που εμπλεκόταν εις την δοσοληψία:
«Θα ήθελα να εξακριβώσης, εάν αυτός που πουλάει τον ελαιώνα, τον έχει αποκτήσει με τον ιδρώτα του ή τον έχει κληρονομιά από τον πατέρα του».
«Δεν μας ενδιαφέρει αυτή η πληροφορία», του απήντησε ο μεσίτης.
«Ενδιαφέρει εμένα», επέμεινε ο «Αμερικάνος».
Κάποτε, ο Όσιος Μάρκος ο Σπηλαιώτης της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου, έσκαψε ένα τάφο γιά κάποιο κεκοιμημένο αδελφό. Εξαντλημένος όμως καθώς ήταν από την νυκτερινή αγρυπνία και ορθοστασία, δεν μπόρεσε να τον κάνη αρκετά ευρύχωρο.
Όταν έφεραν το σώμα του νεκρού και εδοκίμασαν να το τοποθετήσουν εις τον τάφο, διεπίστωσαν ότι, μόλις και μετά βίας εχωρούσε μέσα. Άρχισαν τότε οι αδελφοί να παραπονούνται και να βαρυγγωμούν κατά το Οσίου Μάρκου.
<<Κατά την ημέραν αυτήν, εορτάζομεν την μνήμην του Αγίου Ιωάννου, του συγγραφέως της «Κλίμακος». Περί αυτού γράφει το «Ωρολόγιον»:
«Όταν άκουγε κάποιος την Θεία Αλεξάνδρα να ομιλή, είχε την εντύπωσι ότι, ήταν ένας άνθρωπος πολύ μορφωμένος. Είχε πνευματική καλλιέργεια, πολύτιμες γνώσεις σε πολλά θέματα, μοναδικές εμπειρίες, προσωπικά βιώματα, κοινωνική μόρφωσι. Ήταν μία πολύ έξυπνη γυναίκα, μία εξ ίσου ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Όλα αυτά μας έκαναν να έχωμε απόλυτη εμπιστοσύνη σε ό,τι μας έλεγε!
Η Γερόντισσα Αλεξάνδρα, ωμιλούσε γρήγορα, απλά, κατανοητά, χωρίς πλατειασμούς και περιστροφές. Είχε το θάρρος της γνώμης της. Γι’ αυτό και εμείς εγευόμεθα με ιδιαίτερη ευχαρίστησι τα σοφά της λόγια! Είχε τον τρόπο να μας πείθη γιά τα λεγόμενά της. Έτσι κι αλλιώς, ήταν πρώτον σωστά, διότι ήταν Θεοφώτιστη γυναίκα και δεύτερον, διότι ήταν το απόσταγμα της μεγάλης πείρας της!
Πραγματικά, απολαμβάναμε την συντροφιά της!
<<Με την εμπιστοσύνη εις τον Θεόν και με την ταπείνωσι, όλα τα προβλήματα λύνονται. Να κάνης αυτό που μπορείς εσύ και μετά να αφήνεσαι εις την Θεία Πρόνοια, εις το Θείο Θέλημα! Η ελπίδα εις τον Θεόν, είναι τονισμένη πίστι!! Είναι η μεγαλύτερη ασφάλεια γιά τον άνθρωπο!
Μικρό πράγμα είναι να έχη κανείς σύμμαχο τον Θεόν;;;!!!
Θυμάμαι, πριν πάω εις τον στρατό, έκανα προσευχή εις την Αγία Βαρβάρα να με βοηθήση. Την είχα σε ευλάβεια, γιατί επήγαινα στο Εξωκκλήσι Της από μικρός και επροσευχόμουν, και Της έλεγα:
«Ας κινδυνεύσω εις τον πόλεμο, αλλά μόνον άνθρωπο να μην σκοτώσω»!
Όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επολεμούσε στην Πελοπόννησο, είχε μαζί του κι έναν καλόγερο από το Άγιον Όρος, τον Μιχάλη Φούντα, που έκανε γιά δέκα άνδρες στη μάχη.
Κάποτε ο καλόγερος ευρέθη περικυκλωμένος από τους Αρβανίτες. Φυσικά επολέμησε σαν λιοντάρι, σκότωσε αρκετούς με τη χαντζάρα του, αλλά στο τέλος αναγκάσθηκε να υποκύψη και πιάσθηκε αιχμάλωτος.