“ Σε μία Μονή του Αγίου Όρους συνέβη το εξής:
Σύμφωνα με την ευλογημένη συνήθεια, ο μοναχός που έχει τη διακονία του τραπεζάρη φεύγει λίγο πριν από την απόλυση της Θεία Λειτουργία, γιά να πάει να ετοιμάσει την τράπεζα γιά τους Πατέρες. Παρόμοια ενεργεί και αυτός που έχει το διακόνημα του φούρναρη, και φεύγει γιά να ξεφουρνίσει το ψωμί.
Φεύγουν, αφού πρώτα πάρουν ευλογία από τον Γέροντα, γιά τα διακονήματά τους.
«Μητέρα όλων των κακών, είναι η ηδονή συνδυασμένη με την πονηρία. Όποιος τις διατηρεί και συντηρεί μέσα του, και δεν αγωνίζεται να τις αποβάλλει, δεν πρόκειται να ατενίσει τον Κύριον»!!
Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (523-606),
«Κλίμαξ», ΚΣΤ’30.
Ένας φιλανθρωπικός οργανισμός, που είχε ανάγκη προσλήψεως ενός σοβαρού Διευθυντικού στελέχους, έθεσε στους υποψηφίους του διαγωνισμού, το εξής ερώτημα, θέλοντας να διακρίνει ανάμεσά τους τον καλλίτερο:
«Είναι μία κρύα χειμωνιάτικη νύχτα, φυσάει πολύ και έχει δυνατή καταιγίδα. Εσύ οδηγείς ένα διθέσιο αυτοκίνητο και κάπου στην ερημιά περνάς μπροστά από μιά στάση. Εκεί βλέπεις, ότι περιμένουν το λεωφορείο τρεις άνθρωποι: Μία άρρωστη ηλικιωμένη γυναίκα, ένας γιατρός που σου είχε σώσει τη ζωή παλαιά και η μέλλουσα σύζυγος σου. Το αυτοκίνητο σου, μην ξεχνάς, είναι διθέσιο και πρέπει να επιλέξεις ποιόν θα πάρεις. Τι θα κάνεις;».
«Η μελέτη που γίνεται στην ησυχία, βοηθεί αφάνταστα την προσευχή, όταν αυτή απευθύνεται προς τον Θεόν με καθαρή καρδιά»!!
Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός,
«Φιλοκαλία» (σε μετάφραση), τ.Γ’. σ.83.
Ο Αντώνης Μ., από την Ανατολική Μακεδονία, σπούδαζε
φιλόλογος στη Θεσσαλονίκη. Στερούνταν οι δικοί του, γιά να τον μορφώσουν.
Ένιωθε τις θυσίες τους και διάβαζε φιλότιμα, να τελειώσει τη Σχολή του. Καθώς
έφθανε στο τέλος κι αναμετρούσε την πτυχιακή ύλη και τις δυνάμεις του, κόβονταν
οι ελπίδες του. «Αδύνατον!… Δεν βγαίνει πέρα με τίποτε!… Δεν μπορώ να τελειώσω
γρήγορα…», μονολογούσε κι αγωνιούσε λιγάκι. Και ξανάπεφτε στο διάβασμα, κάνοντας
τη νύχτα μέρα. Οι δικοί του δεν άντεχαν οικονομικά. Το έβλεπε. Μα πώς να πάρει πτυχίο; Και σε πόσον καιρό θα το πάρει; «Θα κάνω
ό,τι μπορώ… Βοήθησε, Θεέ μου!», έκραζε ενδόμυχα.
---
Τέταρτο έτος: Κοντά στα Χριστούγεννα ο Αντώνης έπεσε στο κρεββάτι με βαρειά υπερκόπωση. Κι όλα σταμάτησαν. Οι δικοί του σιωπούσαν. Το πτυχίο… στ’ αζήτητα πλέον, προς το παρόν. Κι ο καιρός περνούσε δύσκολα. Δεν γινόταν όχι μόνον βιβλίο ν’ ανοίξει ο Αντωνάκης, αλλ’ ούτε καν μπορούσε να σκεφθή κάτι χωρίς να αισθανθή υπερκόπωση.
Πλησίαζε το Πάσχα.
«Αντώνη, παιδί μου», του λέει μία μέρα ο πνευματικός του πατέρας, «διάλεξε ένα απ’ τα κύρια μαθήματα του πτυχίου, και πήγαινε να το δώσεις τώρα τον Ιούνιο… Έτσι… χωρίς διάβασμα… Τι έχεις να χάσεις; Αφού τόσα χρόνια διάβαζες…».
Και πάλι στο προσκήνιο ο γνωστός και μη εξαιρετέος κ. Δερμιτζάκης...! Του λείπει η δημοσιότητα ή μήπως η προκλητική εμμονή του έχει καταντήσει επικίνδυνη νοσηρότητα;;;
Είναι, πράγματι, αξιοθρήνητη η συμπεριφορά αυτού του ανθρώπου, που επιμένει με τόσο πείσμα, στηριζόμενος σε μιά θεωρητική και παντελώς ανεπιβεβαίωτη λογική στο θέμα της Θείας Κοινωνίας των πιστών Χριστιανών, χωρίς να επικαλείται ούτε ένα (!!!) περιστατικό, που σε κάποιον από την Θεία Μετάληψη να μεταδόθηκε ο κορονοϊός, έτσι... για τα μάτια του κόσμου...!
Θυμίζει η σκληροπυρηνική αυτή εμμονή του, τους σταλινιστές (εγχώριους και ξένους) των δεκαετιών του ‘40 και του ‘50...
«Όταν παρακαλείς θερμά τον Θεόν, γιά εκείνον που σε εσυκοφάντησε, τότε, πολύ σύντομα πληροφορεί ο καλός Θεός αυτούς που εσκανδαλίσθηκαν και τους ανοίγει τα πνευματικά μάτια, γιά να αντιληφθούν την πραγματικότητα και την αλήθεια»!!!
Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662 μ.χ.).
«Ο Θεός ποτέ δεν
επιτρέπει καμμία θλίψη, αν μέσα από αυτή ο άνθρωπος δεν εξέλθη ωφελημένος, και
μέσα από αυτή την δυσκολία δεν του χαρίσει κάτι πολύ καλλίτερο από αυτό που
ανθρώπινα εθεωρούσε ότι είναι το παν. Αρκεί να έχωμε ταπείνωση, πίστη,
εμπιστοσύνη, υπομονή και αληθινή αγάπη εις Αυτόν»!!!
Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994).
«Η αγράμματη και ταπεινή πίστη, ευρίσκει στα σίγουρα τον δρόμο του Θεού! Η άθεη και εγωιστική, όμως, μόρφωση και παιδεία, δεν θα Τον εύρη ποτέ!»!!
«Ο Παπουλάκος» (Χριστοφόρος Παναγιωτόπουλος, 1780-1861).
Πόση δύναμη έχει ο Άγγελος! Βοηθάει ακόμη και με την σιωπή Του!
Κάποτε ευρισκόμουν, ανθρωπίνως, σε αδιέξοδο… Από την θλίψη αισθανόμουν να μου χτυπούν το κεφάλι με σμίλη, γιά να μου σπάσουν το κούτελο. Τα μάτια μου ενόμιζα ότι, «θα πεταχθούν έξω», ιδιαίτερα το δεξί. Πόνος ανυπόφορος! Έφερνα σβούρα, σπαρταρούσα από τον πόνο. Δεν ήξερα τί να κάνω... Έκανα προσευχή και ζητούσα από τον Θεόν, να ευρεθή ένας τρόπος να ηρεμίσω.
«Το χάρισμα του λόγου και η δύναμή του στους καλούς μετατρέπεται σε όπλο αρετής,ενώ στους κακούς γίνεται όργανο κακίας»!!
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (328-390 μ.Χ.).
Ο αείμνηστος πατήρ Δημήτριος Γκαγκαστάθης, σε κάθε νεαρό ζευγάρι έλεγε:
«Μάθετε από την αρχή της γνωριμίας σας και μάλιστα από την πρώτη νύκτα του γάμου σας, να κάνετε μαζί την πρώτη προσευχή, το πρώτο Απόδειπνο. Και αφού τελειώσει το Απόδειπνο (όπως γίνεται στα Μοναστήρια), να κάνετε μιά μετάνοια ο ένας στον άλλον και να ζητήσετε συγγνώμη μεταξύ σας.
Ρώτησε, τότε, κάποιος τον γέροντα:
«Και αν δεν έχουμε κάποια διαφωνία γέροντα, γιατί να το κάνουμε αυτό;».
Και ο γέροντας απάντησε ως εξής:
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (328-390 μ.Χ.).
Όταν ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης (389-459 μ.Χ., η μνήμη του τιμάται την 1η Σεπτεμβρίου) εμπνεύσθηκε τον πρωτόγνωρο γιά την εποχή του τρόπο ασκήσεως, πάνω στο Στύλο, διαδόθηκε έντονα η φήμη του παντού. Οι ερημίτες Πατέρες ξαφνιάσθηκαν από το ασυνήθιστο και παράδοξο αυτό εγχείρημα. Του στέλνουν λοιπόν κάποιους με την εντολή να τον επιπλήξουν γιά την περίεργη επινόησή του και να του συστήσουν ν’ ακολουθήσει χωρίς περιφρόνηση τον συνηθισμένο και δοκιμασμένο από τους Αγίους δρόμο, όπου βαδίζοντας τόσα πλήθη μακαρίων ανδρών, ανέβηκαν ως τα επουράνια και κατοίκησαν σ’ εκείνα τα αιώνια σκηνώματα. Έπειτα, όμως, από φόβο μήπως η σκέψη του Οσίου ήταν θεάρεστη και εκείνοι αντιμετώπιζαν την υπόθεση ανθρώπινα, έδωσαν στους απεσταλμένους και αυτή την παραγγελία:
«Παρακαλώ τον Θεόν να σας αγιάσει, και να σας οδηγήσει στον Παράδεισο»!!!
Όσιος Αμφιλόχιος ο Μακρής (1889-1970).
Κάποιο πνευματικό τέκνο του πατρός Επιφανίου, σημειώνει τα εξής:
“ Θυμάμαι την ακόλουθη συζήτηση με τον Γέροντα, όταν ήμουν υποψήφιος φοιτητής:
«Πάτερ, ένας συνυποψήφιος στο φροντιστήριο, στις συζητήσεις μας, από ’δω το φέρνει, από ’κει το πάει, όλο με παροτρύνει να βρω φιλενάδα. Βέβαια, δεν με επηρεάζει, αλλά με ενοχλεί. Τί να του πω γιά να σταματήσει;».
«Έχει αδελφή ο φίλος σου;», με ρώτησε ο Γέροντας.
Του απάντησα ότι πράγματι έχει αδελφή.
Πες του: «Εντάξει! Θα μου κάνεις όμως ένα χατίρι. Ξέρεις τί καλό παιδί είμαι… Θα μου δώσεις, λοιπόν, γιά ένα βράδυ την αδελφή σου!». Πες του έτσι, και βλέπουμε στην συνέχεια.
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (328-390 μ.Χ.).
« Είχα ακούσει ότι, ένα κοριτσάκι σε ένα χωριό, επήγε να βοσκήσει την κατσίκα του. Την έδεσε στο λιβάδι και πήγε πιο πέρα να παίξει. Ξεχάσθηκε όμως στο παιχνίδι και η κατσίκα λύθηκε και έφυγε. Έψαξε, αλλά δεν την βρήκε και γύρισε στο σπίτι χωρίς την κατσίκα.
Ο πατέρας της θύμωσε πολύ, την έδειρε και την έδιωξε από το σπίτι.
«Να πας να βρεις την κατσίκα», της είπε. «Αν δεν την βρεις, να πας να κρεμασθής».
Ξεκίνησε το ταλαίπωρο να πάει να ψάξει. Βράδυασε και ακόμη δεν είχε γυρίσει στο σπίτι. Οι γονείς, βλέποντας ότι νύχτωσε, βγήκαν ανήσυχοι να βρουν το παιδί.
Τρεις άνθρωποι, ενώ εβάδιζαν στο δρόμο, ευρήκαν έναν θησαυρό και αποφάσισαν να τον καρπωθούν. Τον μετέφεραν σ’ άλλο ασφαλές σημείο και όλο χαρά έστειλαν τον ένα απ’ αυτούς στην πόλη, γιά να αγοράσει κρασί και να το γλεντήσουν.
Οι δύο που έμειναν, συμφώνησαν να σκοτώσουν αυτόν που έστειλαν γιά το κρασί, αμέσως όταν επιστρέψει, ώστε ο πλούτος να μείνει σ’ αυτούς…
Εκείνος, όμως, δεν αγόρασε μόνο κρασί, αλλά αγόρασε και δηλητήριο. Σκοπός του ήταν να δώσει στους άλλους δύο, δηλητηριασμένο κρασί, ώστε να κρατήσει μόνο γιά τον εαυτόν του τον θησαυρό…
Και ποιό το αποτέλεσμα;;
Κάποιος ερώτησε κάποτε τον Άγιο Παΐσιο:
«Γέροντα, ποιά είναι η διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών;».
Τότε, ο Άγιος Παΐσιος έδειξε το κτίσμα του κελλιού του και είπε:
«Το βλέπεις αυτό το κτίσμα;».
«Το βλέπω», απάντησε εκείνος.