Όμως αυτή η βασανισμένη ψυχή, προσευχομένη, είδε την Παναγία στον Θρόνο Της!
«Περάστε οι όσιοι», λέγει η Δέσποινα μας.
Όλοι οι όσιοι πέρασαν μπροστά από την Θεοτόκο, σαν παρέλαση!
<<Είχαμε πάει το προηγούμενο καλοκαίρι στη Μάτσβα, σε ένα μικρό σταθμό και περιμέναμε το τραίνο. Παρατήρησα τότε μία ηλικιωμένη χωριάτισσα δίπλα στις ράγες. Μαραμένο, γέρικο πρόσωπο, όμως, φωτισμένο μ’ εκείνο το παράξενο μυστηριώδες φως, που συχνά παρατηρείται στα πρόσωπα πνευματικών ανθρώπων.
Την ερώτησα:
«Ποιόν περιμένεις αδελφή;».
«Ε… Όποιον μου στείλει ο Κύριος», απάντησε εκείνη.
Από τη συζήτηση που ακολούθησε μάθαμε ότι, κάθε ημέρα ερχόταν στον σταθμό, γιά να δει, εάν υπάρχει κάποιος πτωχός ταξιδιώτης που να χρειάζεται ψωμί και φιλοξενία. Και όταν τύχαινε κάποιος τέτοιος, τον δεχόταν με χαρά, σαν από τον Κύριο σταλμένο! Εν συνεχεία, τον πήγαινε στο σπίτι της που ευρισκόταν ένα χιλιόμετρο μακριά!
Πηγή: Αρχείο Γ & Β Μπουτσουρή
Όσοι από εμάς, που έχουν ασπρίσει τα μαλλιά μας (ή και έχουν πέσει…), αναπολούμε τα περασμένα «έχουμε να διηγηθούμε (τουλάχιστον) μιά ιστορία των παιδικών μας παιχνιδιών στις παλιές γειτονιές του '70 και του '80, τότε που μιά μπάλα, μιά πέτρα ή απλά οι φίλοι μας αρκούσαν για να μας κάνουν τα πιο ευτυχισμένα πιτσιρίκια της γης. Σε έναν κόσμο που μπορούσες ως παιδί να χαρείς το παιχνίδι έξω από το σπίτι ανέμελος, με λιγοστούς κινδύνους και ακόμα λιγότερα αυτοκίνητα, με περισσότερο ήσυχους δρόμους και δεκάδες αλάνες, χωράφια και ελεύθερους χώρους.
<<Ελάτε όλα τα Έθνη, κάθε ανθρώπινη γεννεά, και κάθε γλώσσα, και κάθε ηλικία, και κάθε αξίωμα, να εορτάσωμε με αγαλλίαση, την Γέννηση της Παγκόσμιας Χαράς. Διότι, αν οι ειδωλολάτρες, με ψεύτικα δαιμονικά παραμύθια, που ξεγελούν το μυαλό και σκοτεινιάζουν την αλήθεια, συγχρόνως δε, προσφέροντας και ό,τι είχαν και δεν είχαν, τιμούσαν γενέθλια Βασιλιάδων, που τους τυραννούσαν σ’ όλη τους τη ζωή, πόσο περισσότερο πρέπει εμείς να τιμούμε την Γέννηση της Θεοτόκου, που ανώρθωσε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, που άλλαξε τη λύπη, της πρώτης μας μητέρας, της Εύας, σε χαρά;;
Η Εύα, άκουσε την απόφαση του Θεού:
«Με πόνους να γεννάς τα παιδιά σου».
Η Υπεραγία Θεοτόκος άκουσε τό:
«Χαίρε, Κεχαριτωμένη!»!!
Η Εύα:
<<Συνήθως, εμείς οι άνθρωποι, με τις αφορμές που δίνουμε, είτε με απροσεξίες, είτε με υπερήφανους λογισμούς, επιτρέπουμε στον εχθρό να μας κάνει κακό. Ακόμη και έναν λογισμό ή έναν λόγο μπορεί να εκμεταλλευθή το ταγκαλάκι...
Θυμάμαι, ήταν μία οικογένεια πολύ αγαπημένη. Κάποτε ξεκίνησε ο άνδρας και έλεγε στην γυναίκα:
«Θα σε χωρίσω…».
Και η γυναίκα απαντούσε στον άνδρα, το ίδιο:
«Εγώ θα σε χωρίσω…».
<<Ο προικισμένος από σπάνια ηθικά και πνευματικά χαρίσματα π. Γερβάσιος, ο οποίος έφερε επάνω του την σφραγίδα της δωρεάς του Θεού, εχρημάτισε μαθητής του Άγίου του αιώνα μας, του Αγίου Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως, εις την Ριζάρειον Εκκλησιαστικήν Σχολήν.
Ο Άγιος Νεκτάριος εδίδασκε Ποιμαντικήν, την οποίαν διήνθιζε με ποιήματά του προς την Θεομήτορα, μελοποιημένα από τον Ίδιον και τα οποία υπό την καθοδήγησίν του εψάλλαμε.
Σ’ ένα μάθημά Του, σχετικόν με τα καθήκοντα του «Ποιμένος» εγείρεται ο νεαρός π.Γερβάσιος και ζητεί ευλαβώς την άδειαν να ομιλήση.
«Ποιμήν καλός», λέγει, «είναι, όχι ο κατ’ επάγγελμα τυπικώς ενασκών τα καθήκοντά του, αλλά ο ολοψύχως και ενσυνειδήτως αφιερωμένος εις την Εκκλησίαν, που αδιάκοπα αγωνίζεται να κάμη βίωμα του ποιμνίου του, τας υποθήκας του Ευαγγελίου και των Γραφών, υπεισερχόμενος εις τας ουσίας και εκλαϊκεύων αυτάς. Ο στηλιτεύων τας αντιδράσεις και αντιμετωπίζων τον «φαρισαϊσμόν» με το μαστίγιον, όπως ο Κύριος εις τον Ναόν του Σολομώντος.
Αυτός πρέπει να είναι:
<<Κάποτε, χρόνια πριν, βρέθηκα στο μουσείο Πικάσο του Παρισιού παρέα μ' έναν ηλικιωμένο φίλο φωτογράφο να δω μια έκθεση με προσχέδια του ζωγράφου. Μπαίνοντας στον χώρο της έκθεσης έβγαλα σχεδόν αυτόματα τη φωτογραφική μου μηχανή να φωτογραφίσω κάποια έργα. Ο έμπειρος και σοφός φίλος, μου έπιασε τότε το χέρι και μου είπε αυστηρά:
«Πρώτα θα τα δεις όλα κι αφού τα ζήσεις, θα αποφασίσεις τί θέλεις να φωτογραφίσεις».
Τον υπάκουσα θέλοντας και μη και στο τέλος νομίζω πως δεν φωτογράφισα τίποτα. Όχι επειδή δεν τα έζησα αλλά αντιθέτως, επειδή είχαν όλα καταχωρηθεί στη φωτοθήκη της καρδιάς μου...
Μετά από τόσα χρόνια και την τεχνολογική επανάσταση που σφράγισε την εποχή μας και μας οδηγεί εκεί που θέλει -άραγε πού;-, πριν προλάβουμε να την κατανοήσουμε, να αναρωτηθούμε, να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε πώς θέλουμε να τη χρησιμοποιήσουμε εμείς οι ίδιοι για το καλό μας, βρεθήκαμε να μοιραζόμαστε με μυριάδες αγνώστους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναρίθμητες εικόνες και βίντεο σαν φτηνά κηδειόχαρτα της ζωής που δε ζούμε.
-Είδε ο βάτραχος που πεταλώναν τ’ άλογο, σήκωσε κι αυτός το πόδι!
-Τροχός που γυρίζει, σκουριά δεν πιάνει!
-Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν!
-Ο γάϊδαρος βόσκει, εκεί που τον δένουν!
-Ο πηλός αν δεν δαρθή, κεραμίδι δεν γίνεται!
<<Στο Πίσω Λιβάδι της Πάρου, προπαραμονή Δεκαπενταυγούστου 1931, βρίσκονταν τρεις ομάδες ψαράδων, που ψάρευαν τις νύκτες με τα γρι-γρι στο στενό μεταξύ Πάρου και Νάξου.
Εκείνη τη νύκτα, η μία ομάδα έμεινε στο μικρό λιμάνι. Οι ψαράδες το έριξαν στο πιοτό, το πιοτό έφερε το κέφι, και εκείνο παρεξηγήσεις και βαρειές κουβέντες... Ούτε την Θεοτόκο δεν σεβάσθηκαν οι βλάσφημοι… Του κάκου προσπαθούσαν ο Λιμενοφύλακας και ο μαγαζάτορας της ταβέρνας στο μικρό λιμάνι, να τους συγκρατήσουν...
Μέχρι που ξαφνικά, ο ουρανός βάρυνε. Η θάλασσα άρχισε να μουγκρίζει. Σε μισή ώρα το κύμα σηκώθηκε βουνό, παρασύροντας το ψαροκάϊκο και τις βάρκες με τις λάμπες, μέχρι που τις πέταξε σπασμένες στη στεριά…
Κατόπιν, η θάλασσα γαλήνεψε, και ένα καΐκι από τη Νάξο φάνηκε να μπαίνει στο λιμανάκι. Ο καπετάνιος του, απόρησε βλέποντας τα συντρίμμια στη στεριά.
«Πώς έγινε αυτό το κακό;», ερώτησε. «Εγώ ταξίδευα με θάλασσα “γυαλί”».